Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οδοδείκτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οδοδείκτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3/9/13

Για έναν πολιτισμό της αλληλεγύης και της αντίστασης - του Γιάννη "Ηollowsky" Ιωαννίδη






Ομιλία στην Ημερίδα "Για έναν πολιτισμό της αλληλεγγύης και της αντίστασης"


Οργάνωση: ΠανΔίκτυο/ ΕΚΠΑ


24 Οκτωβρίου 2012


Επιτρέψτε μου να περιοριστώ σε μια σύντομη εισαγωγή στις ψυχικές και στοχαστικές προϋποθέσεις ενός πολιτισμού της αλληλεγγύης και της αντίστασης.
Αν κοιτάξουμε ευρύτερα τον κόσμο μας, θα διαπιστώσουμε πως τα δεινά που ζούμε σήμερα εδώ έχουν να κάνουν με το γεγονός, ότι βρισκόμαστε στη δύση ενός ολόκληρου πολιτισμού∙ του πολιτισμού που εδώ και μερικούς αιώνες κυριάρχησε αρχικά στη δυτική Ευρώπη και στη συνέχεια σε όλο τον πλανήτη.

Τι μπορεί να σημαίνει λοιπόν, σε αυτές τις συνθήκες, το να σκεφτούμε και να πράξουμε προς την κατεύθυνση ενός πολιτισμού της αλληλεγγύης και της αντίστασης; Πέρα από την αίσθηση του κατεπείγοντος ενός τέτοιου στοχασμού, σημαίνει πως η αλληλεγγύη και η αντίσταση, αυτά τα δυο από τα πιο ζωτικά στοιχεία της ανθρώπινης κοινωνίας, δεν μπόρεσαν να ριζώσουν και να βρουν σταθερό τόπο μέσα στον κόσμο του κυρίαρχου πολιτισμού. Και πράγματι, ο πολιτισμός αυτός στηρίχτηκε, απεναντίας, σε δυο ριζικά αντίθετες αρχές: στον ανταγωνισμό και στον κομφορμισμό. Τον ανταγωνισμό μεταξύ των ατόμων και τον κομφορμισμό τους στις επιταγές του απρόσωπου συστήματος, που εκ των πραγμάτων ανέλαβε να διαμεσολαβεί αυτά τα ανταγωνιζόμενα άτομα.
 
Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι, με όρους αντίθεσης, έχουμε να σκεφτούμε για ένα πολιτισμό της αλληλεγγύης και της αντίστασης μέσα και εναντίον ενός πολιτισμού του ανταγωνισμού και του κομφορμισμού.
 
Ωστόσο, όπως πάντα, τα πράγματα στη ζωή δεν είναι τόσο απλά ώστε να εμπεριέχονται ικανοποιητικά σε συνθηματολογικές διατυπώσεις. Θέλω να πω με αυτό, ότι θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στο γεγονός ότι ο κυρίαρχος πολιτισμός, ναι μεν υψώνεται ως πολιτισμός του ανταγωνισμού και του κομφορμισμού, αλλά δεν εξοβέλισε ολοσχερώς κάθε μορφή αλληλεγγύης και αντίστασης στο εσωτερικό του. Αυτό που κυρίως έκανε, και κάνει, είναι να τις διαστρέψει. Στα πλαίσιά του, δηλαδή, η αλληλεγγύη αναγνωρίζεται, αλλά μόνον ως «συνασπισμός ωφελιμιστικών συμφερόντων»∙ ενώ η αντίσταση, ως «εναντίωση σε ό,τι προσβάλλει το ίδιον (ατομικό ή συλλογικό) συμφέρον».

Οφείλουμε επομένως, αν θέλουμε να πάμε πιο μακριά, να ξεκαθαρίσουμε τι θέλουμε ως αλληλεγγύη και τι εννοούμε ως αντίσταση. Να ξεκαθαρίσουμε, ότι αλληλεγγύη δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι «ωφελιμιστικός συνασπισμός συμφερόντων» και γιατί η αντίσταση δεν πρέπει να εννοείται ως «εναντίωση σε ό,τι προσβάλλει το συμφέρον».
Για να το κάνουμε αυτό, χρειάζεται να επισκεφτούμε τον πυρήνα, την ψυχή αυτών των δυο εννοιών∙ όχι τόσο γλωσσολογικά, όσο στο χώρο τον οποίον καταλαμβάνουν στο συμβολικό πεδίο.  
 
Η αλληλεγγύη μπορεί πράγματι να σημαίνει το να «εγγυάται ο ένας τον άλλον» και με αυτή την έννοια, μέσα από μια σειρά εκπτώσεων, να εκλαμβάνεται ως ωφελιμιστικός συνασπισμός συμφερόντων. Όμως θα πρέπει να προσέξουμε, ότι σε αυτή την προοπτική, εκείνο που από αρχής έως τέλους μετράει είναι οι ιδιότητες κάθε ανθρώπου. Για άλλη μια φορά, δηλαδή, ο κυρίαρχος πολιτισμός δέχεται μόνον ό,τι μπορεί να εκφραστεί ως ιδιότητα, ως ωφελιμιστικού τύπου επαγγελία και δεξιότητα.
 
Στην προοπτική της αλληλεγγύης όμως, οι ιδιότητες του ανθρώπου δεν μετρούν ούτε στην αρχή, ούτε στο τέλος της διαδρομής∙ απεναντίας, εκείνο που μετράει εδώ, είναι η απογύμνωσή του από κάθε ιδιότητα, η κατάσταση της ένδειας με την ουσιαστικότερη έννοια του όρου.
 
Το έδαφος, επομένως, πάνω στο οποίο ριζώνει η αλληλεγγύη δεν μπορεί να είναι αυτό του συμφέροντος και του ωφελιμισμού, αλλά, απεναντίας,

·        αφ’ ενός της επίγνωσης ότι η ριζική ένδεια παραμονεύει κάθε μας βήμα στον κόσμο, όποιες κι αν είναι οι ιδιότητες μας∙ και

·        αφ’ ετέρου, ταυτόχρονα, της συναίσθησης΄, ή μάλλον της απόφασης, ότι η πτώση ενός ανθρώπου στην ένδεια δεν πρέπει να σημάνει και τον χαμό του.
 
Κοντολογής, το έδαφος στο οποίο ριζώνει η αλληλεγγύη είναι η επίγνωση της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης.
 
Και η αντίσταση; Η αντίσταση μπορεί πράγματι να υποδεικνύει μια εναντίωση και από εκεί, μέσα από μια σειρά εκπτώσεων επίσης, να εκλαμβάνεται ως «εναντίωση σε ό,τι προσβάλλει το συμφέρον». Παρολαυτά, ας προσέξουμε ότι η προάσπιση του ωφελιμιστικού συμφέροντος είναι δυνατόν να έρχεται σε ευθεία αντίθεση και ρήξη με το πιο πυρηνικό στοιχείο της αντίστασης, το οποίο δεν είναι άλλο από το αγωνίζεσθαι υπέρ της ελευθερίας. Όχι απλώς υπέρ μιας ανεξαρτησίας αλλά υπέρ της βαθύτερης, υπαρκτικής ελευθερίας του ανθρώπου, κάθε ανθρώπου. Και τούτη η ελευθερία δεν συμβαδίζει με την ωφελιμιστική ανεξαρτησία αφού,  πράγματι, είναι δυνατόν, όταν να αγωνίζεται κανείς υπέρ του συμφέροντός του, να αγωνίζεται υπέρ της δικής του ελευθερίας σε βάρος της ελευθερίας των άλλων.
 
Βάζοντας λοιπόν την ελευθερία στον πυρήνα της αντίστασης, οφείλουμε να δούμε μια ακόμα έκπτωση που καλλιεργείται από τον κυρίαρχο πολιτισμό: την αποσύνδεση της ελευθερίας από το ηθικό ερώτημα. Πραγματικά, στο πλαίσιο του κυρίαρχου πολιτισμού και ιδίως σήμερα ως ελευθερία νοείται ουσιαστικά το «να μπορεί να επιλέγει κανείς μεταξύ πολλών δυνατοτήτων». Όσο περισσότερων μάλιστα, τόσο καλύτερα. Όσο περισσότερες είναι οι δυνατότητες μεταξύ των οποίων έχει να επιλέξει κανείς, τόσο πιο ελεύθερος υποτίθεται πως είναι. Είναι σαφές, ότι έχουμε να κάνουμε εδώ μ’ έναν ποσοτικό προσδιορισμό της ελευθερίας, απολύτως σύμφωνο προς το τεχνικό πνεύμα του πολιτισμού μας άλλωστε.
 
Ωστόσο, ποιοτικά μιλώντας, ελευθερία δεν είναι η επιλογή μεταξύ «πολλών διαφορετικών δυνατοτήτων» αλλά ουσιαστικά η εκλογή μεταξύ καλού και κακού. Ασφαλώς πρόκειται για δυο όρους κι ένα δίλημμα, που θέλησε πάση θυσία να εξοβελίσει ο κυρίαρχος πολιτισμός, βαυκαλιζόμενος ότι τοποθετείται – και τοποθετεί τον άνθρωπο – «πέρα από το καλό και το κακό», δηλαδή μέσα στο ωφελιμιστικό βασίλειο της καθαρής ποσότητας. Παρολαυτά, μόνο όταν θέτει στον εαυτό του το δίλημα αυτό, της εκλογής μεταξύ καλού και κακού, μόνο τότε ο άνθρωπος είναι όντως ελεύθερος. Και επομένως, μόνο τότε μπορεί να προβάλλει μια αντίσταση, η οποία δεν θα περιορίζεται ούτε θα εκπίπτει στην απλή εναντίωση σε ό,τι προσβάλλει το συμφέρον του.
 
Επομένως, η αντίσταση ριζώνει στην ελευθερία και η ελευθερία ριζώνει στο ηθικό δίλημμα μεταξύ καλού και κακού.
 
Όμως τούτο το δίλημμα, έστω και μόνο για να υπάρξει, προϋποθέτει και πάλι μια συναίσθηση της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης∙ δηλαδή −εφόσον μιλάμε εδώ για ένα διαφορετικό πολιτισμό−, τη συναίσθηση του γεγονότος, ότι όλες οι προσπάθειές μας να στήσουμε και να στηρίξουμε ένα καλύτερο κόσμο, κινδυνεύουν πάντοτε από την εισβολή του κακού έστω και μόνον επειδή θα εφησυχαστούμε, νομίζοντας ότι πράξαμε το καθήκον μας, ολοκληρώσαμε τον αγώνα μας και βρήκαμε την τέλεια συνταγή του ευ ζην.
 
Είδαμε, λοιπόν, ότι τόσο η αλληλεγγύη όσο και η αντίσταση δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν εάν δεν ριζώσουν στην επίγνωση της τραγικότητας του ανθρώπου∙ εάν, δηλαδή, τούτη η επίγνωση δεν αποτελεί το κέντρο της ίδιας μας της καθημερινής και αγωνιστικής παιδείας!
 
Εδώ άλλωστε εντοπίζεται ο λόγος, που η αλληλεγγύη και η αντίσταση δεν βρίσκουν τόπο, παρά κατόπιν εκπτώσεων και διαστρεβλώσεων, στον κυρίαρχο πολιτισμό: Στο ότι ο πολιτισμός αυτός μάς συστήθηκε, ευθύς εξαρχής, ως ριζικά αντί-τραγικός.
 
Τούτο δεν διακηρύσσουν όλοι οι «κοινοί τόποι» του; «Ο άνθρωπος είναι καλός»∙ «Η ευτυχία είναι το υπέρτατο αγαθό, ανώτερο και από την ελευθερία»∙ «Η ιστορία κατευθύνεται πάντα προς την επαύξηση της ευτυχίας»∙ «Η υλικοτεχνική πρόοδος αρκεί, διότι διασφαλίζει την ευτυχία και συνάμα εξασφαλίζει την ηθική πρόοδο»∙ «Όχι πια λόγια, μόνον έργα»∙ «Όχι φιλοσοφίες, μόνο πράξεις»∙ «Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου είναι αυτή καθαυτή καλή»∙ «Εργασία και ανάπτυξη»∙ «Η μόνη επιλογή που αξίζει τον κόπο είναι ανάμεσα στο πολύ και στο περισσότερο»∙ κ.ο.κ.

Κάθε φορά που αποδεχόμαστε αυτούς τους «κοινούς τόπους», πέφτουμε στην αυτοδικαιωτική προπαγάνδα του κυρίαρχου πολιτισμού. Από εκεί, οδηγούμαστε στην υπερεκτίμηση της ευημερίας ως ασφάλειας, ακόμα και εναντίον της ελευθερίας. Και από εκεί, φτάνουμε να ευτελίσουμε την αλληλεγγύη και την αντίσταση, προβάλλοντάς τις ως «ωφελιμιστικό συνασπισμό συμφερόντων» και «εναντίωση σε ό,τι προσβάλει το συμφέρον μας».

Τότε ο κύκλος κλείνει και ξαναβρισκόμαστε εδώ, μπροστά στον ίδιο εφιάλτη, κομμάτι ενός κόσμου χωρίς αλληλεγγύη και χωρίς αντίσταση, που τον καταπίνει το Μηδέν αφήνοντας χωρίς οξυγόνο και χωρίς ελπίδα όσους εξακολουθούν να στριφογυρνούν μέσα στους ψυχικούς, στοχαστικούς και πνευματικούς ορίζοντές του.


                                                            του Γιάννη Hollowsky Ιωαννίδη (από εδώ)

22/8/13

Για ένα προοδευτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων - του Αντώνη Λιάκου



Οι πρόσφατες μαζικές απολύσεις εκπαιδευτικών και υγειονομικών, σωρευτικά με τα προηγούμενα μέτρα,  δεν αφήνουν πλέον περιθώρια για να   χρησιμοποιείται  η   λέξη  «μεταρρυθμίσεις» για την πολιτική αυτή ερείπωσης της χώρας.  Πρόκειται για πολιτική που δημιουργεί ιστορίες δυστυχίας, καθημερινά, γύρω μας. Έχουμε να κάνουμε με ερασιτέχνες της καταστροφής. Γίνεται σαφές, και στους πιο δύσπιστους, ότι πρέπει να υπάρξει μια πολιτική διεξόδου. Όχι απλώς αλλαγή πολιτικών συσχετισμών, αλλά συγκροτημένη πρόταση που θα επιτρέψει αυτή την αλλαγή.  Αλλά πώς; Ποια είναι  τα προβλήματα στη συγκρότηση  μια εναλλακτικής πρότασης;

Το πρώτο αφορά τον μετασχηματισμό της οργής, της δίκαιης οργής  απέναντι σε μια πολιτική που   εξαθλιώνει τους πολίτες και τις οικογένειές τους οικονομικά,  τους εξοστρακίζει κοινωνικά, τους εξουθενώνει ψυχολογικά. Και η απελπισία σπρώχνει στην απαξίωση όχι μιας πολιτικής έναντι της άλλης, αλλά της πολιτικής συνολικά. Η πολιτική χάνει τα λόγια της, φαίνεται σαν ένα τεράστιο ψέμα, υποκρισία, απάτη.    Όταν ολόκληρες οικογένειες μένουν χωρίς  δουλειά και πόρους, όταν  άνθρωποι συνωστίζονται στις ουρές των νοσοκομείων, όταν αγωνιούν για την κάθε μέρα, για την επιβίωση και την αξιοπρέπειά τους, τότε κινδυνεύεις να χάσεις την οποιαδήποτε επαφή μαζί τους αν δεν μιλήσεις μια γλώσσα άμεση, μια γλώσσα αποκατάστασης. Δεν πρόκειται για λαϊκισμό. Η αποκατάσταση των αδικιών συνδέεται   με το περί δικαίου αίσθημα    χωρίς το οποίο δεν   υπάρχει   κοινωνική  εμπιστοσύνη, δηλαδή ο  δεσμός μιας συγκροτημένης και νομοκρατούμενης πολιτείας. Απέναντι στην αποκατάσταση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών πρωτεύει η αποκατάσταση της κοινωνικής αδικίας. Κι αν δεν υιοθετήσει κανείς μια πολιτική αλληλεγγύης σ’ αυτούς που πληρώνουν αμαρτίες άλλων, θα τους   στείλει   στους σκοτεινούς προφήτες του νεοναζισμού.

Το  δεύτερο πρόβλημα είναι η αλληλεξάρτηση με το διεθνές περιβάλλον. Οι πολιτικές των μεταρρυθμίσεων, ακολουθούν λίγο πολύ τη γενική ροπή.  Αφενός οι επεξεργασίες και οι πιέσεις των διεθνών οργανισμών, αφετέρου το παράδειγμα των ισχυρών κρατών δημιουργούν το διεθνές πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων. Σήμερα το πάνω χέρι   έχουν οι μεταρρυθμίσεις  μιας παλινόρθωσης των λίγων και ισχυρών έναντι των πολλών, του ιδιωτικού έναντι του δημοσίου, του χρηματοπιστωτικού τομέα έναντι του παραγωγικού, των τεχνοκρατικών έναντι των δημοκρατικών λύσεων. Οι κυβερνήσεις δεν λογοδοτούν έναντι του λαού, αλλά έναντι των τραπεζών, των διεθνών οργανισμών, των επιχειρήσεων.  Αυτά συμβαίνουν στο διεθνές περιβάλλον, θεωρούνται ορθοδοξία και επιβάλλονται βαθμιαία ή βίαια, όπως στην Ελλάδα.   Πρόκειται για εξευρωπαϊσμό; Ας σκεφτούμε μόνο  ότι στη δεκαετία του ’30 στην ηπειρωτική Ευρώπη το αντίστοιχο διεθνές περιβάλλον  ωθούσε προς φασισμό και αυταρχισμό, στη δεκαετία του 60 και του 70 προς διεύρυνση του κράτους πρόνοιας, σήμερα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν πρόκειται επομένως για νομοτέλεια.  Από την άλλη μεριά όμως, ένα εναλλακτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην εθνική εμπειρία.

Η κρίση που διέρχεται η σημερινή Ευρώπη, με ασύμμετρες συνέπειες, είναι η πρώτη μεγάλη κρίση της καινούργιας εποχής της παγκοσμιοποίησης. Η νέα εποχή παράγει ταυτόχρονα  επιτάχυνση της παραγωγής  και εξοστρακισμό από την παραγωγή. Εκτεταμένες περιοχές του πλανήτη, και όχι μόνο η Ανατολική Ευρώπη, ζουν ανάμεσα στην ανεργία, την υποαπασχόληση και τη φτώχεια. Σκουριασμένα εργοστάσια, εγκαταλειμμένοι αγροί, πανεπιστήμια παραγωγής απασχολήσιμων, αλλά εκτός παραγωγής, νέων.  Ένας φαύλος κύκλος που αναπαράγεται. Μερικές χώρες  κατορθώνουν να επιβιώσουν χάρη στους φυσικούς ενεργειακούς πόρους που διαθέτουν ακόμη, άλλες δια μέσου του φαύλου κύκλου του δανεισμού, όχι λίγες έχουν τυλιχτεί σε αδιέξοδους εμφυλίους πολέμους υψηλής ή χαμηλής έντασης. Θα πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε ότι κινδυνεύει και η Ελλάδα να βρεθεί οριστικά σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο,   μεγάλα στρώματα του πληθυσμού ήδη βρίσκονται εκεί. Επομένως χρειάζονται πολιτικές ανάταξης, αλλά πολιτικές μακράς πνοής. Πώς μπορεί μια κοινωνία να ξαναμπεί στην παραγωγική τροχιά; Αυτό είναι το μείζον πρόβλημα.

Ο εθνικισμός βλάπτει σοβαρά την πολιτική. Πρέπει να σκεπτόμαστε  με όρους αλληλεξάρτησης. Η εθνική κυριαρχία   πάντοτε ήταν πορώδης αλλά σήμερα  δομές οριζόντιες, όπως λ.χ. το τραπεζικό σύστημα και η ροή του χρήματος τέμνουν εγκάρσια τις χώρες. Και όχι μόνο. Τις περισφίγγουν. Οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να έχουν αύρα απομονωτισμού. Η Ελλάδα δεν έχει περιθώρια να υιοθετήσει ένα αντιδυτικό εκσυγχρονισμό τύπου Πούτιν ή Ιράν. Δεν έχει   τους πόρους,   το μέγεθος,   τη γεωγραφική θέση,   την ιστορία πίσω της για κάτι παρόμοιο.   Με την έννοια αυτή ούτε τα διλλήματα εντός ή εκτός Ευρώπης, ούτε οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην γερμανική και τη Νότια Ευρώπη ανταποκρίνονται σε υπαρκτές πραγματικότητες ή δυνατότητες.  Όπως το κακό βρίσκεται εδώ, μέσα στην Ελλάδα και μέσα στην Ευρώπη, έτσι και τα στηρίγματα μιας παρόμοιας πολιτικής υπάρχουν μέσα στην Ελλάδα και μέσα στην Ευρώπη.

Μια πολιτική ανάταξης, ένα προοδευτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων χρειάζεται να αποσαφηνίσει τον συνεκτικό ιστό των μεταρρυθμίσεων,  σε ποιο πρότυπο θα ανταποκρίνονται, πώς θα επιβιώσουν μέσα σε ένα περιβάλλον που φαίνεται να εμπνέεται  από τον αντίθετο άνεμο.  Τα σημάδια ότι το μοντέλο που εφαρμόζεται εξαντλείται, γιατί εξαντλούνται οι κοινωνίες, δεν είναι λίγα. Ο Χάμπερμας στην   ομιλία του στην Αθήνα, μίλησε για διάσπαση της δημόσιας σφαίρας, σε μια σφαίρα των κυβερνήσεων, των κοινοτικών οργάνων και των διεθνών οργανισμών και σε μια δημόσια σφαίρα των πολιτών. Σ’ αυτή την ευρωπαϊκή δημόσια  σφαίρα των πολιτών πρέπει να τοποθετηθεί η συγκρότηση ενός μεγάλου εναλλακτικού σχεδίου.   Όπως στον καιρό που μεσουρανούσαν οι φασισμοί στην Ευρώπη, έπεσε πάνω στους ώμους  του αντιφασισμού η διάσωση της ευρωπαϊκής κληρονομιάς, έτσι και τώρα, οι δυνάμεις που θα σηκώσουν το βάρος της ανάταξης της χώρας, θα πρέπει να αισθάνονται και να το εννοούν αυτό, ως οι κληρονόμοι μιας ιστορικής πορείας που βρίσκεται σε μια μεγάλη καμπή σήμερα. Επομένως χρειάζεται ένα ευρύ και περιεκτικό πλαίσιο ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων που θα αντιπαραθέσει μια ριζικά διαφορετική  κλίμακα αξιών σε αυτήν που διαπερνά τις σύγχρονες πολιτικές.

Το βάρος αυτό δεν μπορεί να το σηκώσει ο κεντροαριστερός χώρος, γιατί απλώς δεν έχει αντικείμενο και δεν διαφοροποιείται από τον κεντροδεξιό. Πρέπει να τον σηκώσει η Αριστερά, αλλά ως Αριστερά του 21ου αιώνα. Δηλαδή ως ο κληρονόμος της διεύρυνσης της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων και της διαφορετικότητας, της  πολιτικής της αλληλεγγύης και, ακόμη, των θετικών διακρίσεων   υπέρ των αδελφών ημών των ελαχίστων. Μια παρόμοια Αριστερά δεν λογοδοτεί μόνο στα μέλη της, αλλά στο σύνολο όσων την εμπιστεύονται, και η ευθύνη της αφορά ακόμη και όσους δεν την εμπιστεύονται. Έτσι κερδίζεται η πολιτική και ηθική υπεροχή.

Το Βήμα 11.8.2013

                                                                                του Αντώνη Λιάκου (από εδώ

Η φωτογραφία είναι μια από τις πολαρόιντς του Αντρέι Ταρκόφσκι.

11/8/13

Στον μονόδρομο - προς τα που; - του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου




Εδώ που έχουµε φτάσει δεν υπάρχει ελπίδα, παρεκτός κι αν τολµήσουµε ν’ απελπιστούµε στ’ αλήθεια: να τό πάρουµε απόφαση πως βρισκόµαστε πράγµατι σε µονόδροµο· αρκεί µόνο να οπλίσουµε τή µατιά µας µε περισσότερη λογική, δηλαδή µε περισσότερο θάρρος, ώστε να δούµε πως δεν πρόκειται για τόν περιβόητο «µονόδροµο» τής υποταγής  στη µοίρα, στην ακόρεστη τυφλή και κουφή βούληση τών «αγορών», αλλά για τόν όντως µ ο ν ό δ ρ ο µ ο µιας ζωτικά αναγκαίας –πρωτίστως εσωτερικής– αναστροφής.

Ειδάλλως είµαστε χαµένοι από χέρι. Συνεχίζοντας να καταπίνουµε τό δόλωµα τής «ελπίδας» έρπουµε προς τό µοιραίο, ψυχρά υπολογισµένο και πολιτικά «κοστολογηµένο», τέλος µας. Κάθε κατάφασή µας (εκβιασµένη, κουρασµένη, υπνωτισµένη) προς αυτή τήν τζούφια ελπίδα προακυρώνει κάθε µελλοντικό ενδεχόµενο επανόρθωσης, ήτοι ανατροπής τής καθεστηκυίας αταξίας, ανοµίας και αδικίας. Αυτό που συµβαίνει σήµερα δεν είναι απλώς ο δίκην φυσικής καταστροφής θάνατος τής «οικονοµίας» αλλά ένα έγκληµα εν ψυχρώ εναντίον µας –στο οποίο εκβιαζόµαστε να συµµετάσχουµε µε τή δέουσα «πολιτική υπευθυνότητα».

Εκεί έχουµε φτάσει· και εκεί θα βαλτώσουµε για πάντα (ή όσο µπορεί να κρατήσει αυτό τό «πάντα»), εάν δεν υπάρξει η ατοµική και συλλογική εκείνη υπέρβαση που µόνο µια άξια τού ονόµατός της αριστερά θα µπορούσε να εµπνεύσει. Υπάρχει αυτή η αριστερά;

Στο σηµείο αυτό ας µάς επιτραπεί να «µιζεριάσουµε», ήγουν να κρίνουµε «εξ όνυχος τόν λέοντα» επιµένοντας σε κάποιες όχι και τόσο τυχαίες και όχι µόνο «συµβολικής» αξίας «λεπτοµέρειες». Πώς ανέχεται, λ.χ., η αριστερά τής «ρήξης και τής ανατροπής» κορυφαία στελέχη της να συναγελάζονται σε κοσµικές και «πνευµατικές» εκδηλώσεις µε τό άνθος τής εθνικής µας γκλαµουριάς «τιµώντας» «πατριαρχικές» φιγούρες τού κατεστηµένου ή να συνοµιλούν σε «γεύµατα εργασίας» µε τούς ολιγάρχες τών διαπλεκοµένων συµφερόντων;

Και τά πράγµατα γίνονται πιο απογοητευτικά όταν στα –φίλια πλην όµως δικαίως αυστηρά– ερωτήµατα που διατυπώνονται σχετικά ακούγονται απαντήσεις σαν αυτή που έδωσε ο Αλέξης Τσίπρας: «Μή φοβάστε, η συναναστροφή µας µε τόν διάβολο δεν θα µάς διαβολίσει» (ή κάπως έτσι). Απάντηση διόλου καθησυχαστική βέβαια, καθώς µέσα στην άνετη συγκαταβατικότητά της διαφαίνεται η µετάβαση τού παλαιολιθικού κοµµατοκρατικού λόγου από τό σκυθρωπό ήθος τής θεωρητικής «καθαρότητας» τού ΚΚΕ στον ελευθεριάζοντα παραγοντισµό και τή χαριτολογούσα τακτική τών δηµοσίων σχέσεων τής µεταµοντέρνας αριστεράς – αλλά ο σκληρός δογµατικός πυρήνας παραµένει πάντα ο ίδιος: «τό κόµµα ξέρει καλύτερα από σένα».

Ωστόσο η σοβαρότητα τής κατάστασης που τή ζούνε στο πετσί τους αυτοί που «δεν ξέρουν», οι «από κάτω», δεν τά σηκώνει πλέον αυτά και απαιτεί τό ξερίζωµα και τό σάρωµα κάθε παρόµοιας νοοτροπίας και συµπεριφοράς. Αλλιώς έχουµε πάλι µια από τά ίδια: αµνηστεύουµε γι’ άλλη µια φορά τόν χειρότερό µας εαυτό κρύβοντας τά ξερά µέσα στα χλωρά, κλείνουµε τό µάτι στον αντίπαλο ξεπλένοντας τό µεγάλο του έγκληµα µέσα στις δικές µας µεγάλες ή µικρές αδυναµίες, γελοιογραφούµε τή σοβαρότητα ως σοβαροφάνεια και –κατ’ αντιστροφή– βαφτίζουµε τήν αρχαία λαµογιά νεωτεριστικό πνεύµα και τήν µπαγαποντιά τού αξιακού σχετικισµού πολιτική ευστροφία.

Έτσι συνεχίζουµε να βράζουµε στο ζουµί µας, ήτοι στην αµφίθυµη νεοελληνική «δυσφορία» που εκφυλίζεται είτε σε νοσταλγία τής παραδείσιας πασοκικής «καλοπέρασης» είτε σε προσδοκία τής νεοδηµοκρατικής «ανάπτυξης» τών τρωκτικών συµφερόντων που ροκανίζουν τήν Ελλάδα.

Απ’ αυτή τήν ισόπαλη αµφιθυµία, απ’ αυτό τόν ισοψηφούντα «δικοµµατισµό» απορρέει η έσχατη µορφή πνευµατικής έκπτωσης, ο υπαρκτός εκείνος µηδενισµός που δεν εκφράζεται µόνο στον «εθνολαϊκισµό» τών «ηλιθίων» µαζών αλλά και στην προϊούσα αποκολοκύνθωση τής πολιτικής ελίτ, η οποία από τή µία µεριά περιφέρει ως άλλη µπερλίνα ένα αµφιλεγόµενο νοµοσχέδιο ορθοπολιτικού µιντιακού «αντιρατσισµού» (αµφιβόλου µάλιστα χρησιµότητας καθώς οι ρατσιστές ξεσαλώνουν καθηµερινά, ουδόλως ενοχλούµενοι από τούς ήδη υπάρχοντες, επαρκώς αυστηρούς αλλά σκανδαλωδώς υπνώττοντες, σχετικούς νόµους), από τήν άλλη µεριά, η ίδια αυτή ελίτ, κανακεύει τούς νεοναζιστές πλέκοντάς τους ένα προστατευτικό κουκούλι υποκριτικής θεσµολαγνείας: «Τί να κάνουµε; Τούς έχει ψηφίσει ένα εκατοµµύριο Έλληνες!».

Σ’ αυτούς τούς ντροπαλούς εραστές τού πολιτικού τραµπουκισµού, σ’ αυτούς τούς ακραιφνείς «δηµοκράτες» που ψηφίζουν προθυµότατα νόµους που ποινικοποιούν τόν ρατσιστικό λ ό γ ο αλλά εµφανίζονται µάλλον απρόθυµοι να καταστείλουν τήν καθηµερινή ρατσιστική πρακτική θα θέλαµε να επαναλάβουµε ότι εάν όντως οι κανόνες τής δηµοκρατίας επιτρέπουν να µπαίνουν στο «ναό» της οι µαχαιροβγάλτες, τότε αυτή η «δηµοκρατία» είναι καταδικασµένη –και είναι άξια τής µοίρας της.

                                                                            του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου

* Από τό περιοδικό «Σηµειώσεις» – τ. 77, Ιούνιος 2013 (από εδώ)

28/7/13

Ο καιρός στη στρατηγική της Αριστεράς - του Στέφανου Δημητρίου






"Εμείς, ο λαός!"

«Την γαρ όντως ούσαν βασιλικήν […] γιγνώσκουσαν την αρχήν τε και ορμήν των μεγίστων εν ταις πόλεσιν εγκαιρίας τε πέρι και ακαιρίας»: «γιατί η αληθινή βασιλική επιστήμη […] γνωρίζει όντως πότε είναι η κατάλληλη, η έγκαιρη περίσταση και πότε η περίσταση είναι άκαιρη, για να αρχίσουν και να τελεσθούν τα πιο μεγάλα εγχειρήματα στις πόλεις»
 (Πλάτωνος, Πολιτικός 305 d).


 Όποια από αυτές τις δυνάμεις αξιολογήσει και καθορίσει το έγκαιρον ή το άκαιρον της περιστάσεως, αυτή θα αναδιαμορφώσει την κατάσταση, εκμεταλλευόμενη όλους τους υπαρκτούς, στην περίσταση, πρόσφορους παράγοντες, που μπορούν να την οδηγήσουν να κυριαρχήσει σε αυτήν. Όταν η περίστασις είναι εύκαιρος, όταν είναι ευεπίφορη γι’ αυτό τον παρεμβατικό καθορισμό και την αξιοποίηση του δυναμικού της, τότε η πολιτική αναδιαμόρφωσή της γίνεται έγκαιρος. Αυτό που πρέπει να φοβάται ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η πιθανή ακαιρία των εγχειρημάτων του.


 Ο ΣΥΡΙΖΑ ανάμεσα στο έγκαιρον και το άκαιρον της πολιτικής


 Δεν χρειάζονται άλλα για την έννοια του καιρού, έννοια σημαντική στον Γοργία και δεσπόζουσα στον Πολιτικό, έναν μεθοδολογικό διάλογο που μας διδάσκει πώς να σκεφτόμαστε, βάσει προβλημάτων και ζητούμενων ορισμών, που οργανώνουν τη σκέψη μας. Θα πρέπει να σκεφτούμε την πολιτική μας στρατηγική με βάση την έννοια του καιρού και τη διαίρεσή του στο έγκαιρον και το άκαιρον των εγχειρημάτων, σε συνάφεια με το δυναμικό της περίστασης. Ποια είναι τα γνωρίσματα της περίστασης που θα μας επιτρέψουν να αξιολογήσουμε σωστά το δυναμικό της, ώστε το πολιτικό μας εγχείρημα, αυτό που θα την αλλάξει, να είναι έγκαιρον; Η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης είναι πολιτική αυξημένης διακινδύνευσης. Εκτελώντας εντολές, καταστρέφει τη χώρα. Δεν έχει σχέδιο· το σχέδιό της είναι ένα τέταρτο, ολετήριο Μνημόνιο. Το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ αποσκοπεί στη στήριξη του πολιτεύματος και των θεσμών, στην άρση των αδικιών, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην κοινωνική δικαιοσύνη. Πρωτίστως, όμως, αποσκοπεί στη μάχη της επιβίωσης. Μαζί με το πολίτευμα και τη λαϊκή κυριαρχία, απειλείται και η επιβίωση του λαού.


 Η διαπραγμάτευση με τη Γερμανία είναι πολιτική διακινδύνευσης. Δεν υπάρχουν περιθώρια για οτιδήποτε άλλο. Η πολιτική και η διαπραγμάτευση ορίζονται με βάση τη διακινδύνευση. Η κυβέρνηση δεν κάνει πολιτική. Στην πολιτική δεν λες απλώς «ναι». Σε μια διαπραγμάτευση, για να σου πουν «ναι» σε κάτι, θα πρέπει να έχεις πει «όχι» σε κάτι άλλο. Θα πρέπει να πούμε το «όχι» στον αφανισμό της κοινωνίας, την κατάρρευση του Συντάγματος και της δημοκρατίας. Η διακινδύνευση είναι πάντοτε επί των ορίων, και η κατάσταση είναι αναμφιλέκτως οριακή. Το θέμα είναι για ποιον θα παραμείνει οριακή: Για την κοινωνία ή για την ολιγαρχία του πλούτου, των φοροαπαλλαγών και του δουλεμπορίου των εργαζομένων; Η εξασφάλιση της επιβίωσης του λαού και η προστασία της δημοκρατίας συνδέονται.


 Ας δούμε άλλο ένα γνώρισμα του καιρού. Η μεσαία τάξη, που είχε μάθει να είναι κραταιή, εξαθλιώνεται. Τι κάνει, όταν εξαθλιώνεται; Φοβάται. Φοβάται πολύ. Και ο φοβισμένος απαιτεί ασφάλεια. Αυτό είναι το άκαιρον της περίστασης. Αυτή την ακαιρίαν πρέπει να αποφύγουμε, διότι στο δίλημμα «δημοκρατία ή ασφάλεια;» θα κερδίσει η ασφάλεια. Την ασφάλεια την εγγυάται η Άκρα Δεξιά, με κόστος τη δημοκρατία (ή τουλάχιστον πείθει γι’ αυτό, άσχετα με το αν, στην πραγματικότητα, μπορεί να την εγγυηθεί). Είναι ακριβό πολίτευμα η δημοκρατία. Δεν είναι το πολίτευμα των πεινασμένων. Η δική μας ακαιρία μπορεί να επιτρέψει στους αντιπάλους να εκμεταλλευτούν εκείνοι το εύκαιρον και το έγκαιρον της περίστασης.


Εξηγούμαι. Ο άλλοτε προοδευτικός κόσμος του ΠΑΣΟΚ δεν βρίσκεται πλέον εκεί. Αν δεν ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ, καταγράφεται στους αναποφάσιστους των δημοσκοπήσεων. Είναι άνθρωποι βαθύτατα απογοητευμένοι από το καταρρέον πολιτικό σύστημα, οι οποίοι αναζητούν ριζοσπαστικές λύσεις. Η ριζοσπαστικοποίηση όμως δεν είναι αυτονοήτως αριστερή και προοδευτική. Μπορεί να οδηγεί και στην Άκρα Δεξιά. Εδώ εντοπίζεται το έγκαιρον της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος πρέπει να αποτελέσει συγχρόνως τον φορέα της ριζοσπαστικής πολιτικής, αλλά και της πολιτικής των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων: αποκατάσταση της κατώτατης σύνταξης και του κατώτατου μισθού, επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, αναβάθμιση του κοινοβουλίου, στήριξη του κράτους δικαίου, αναδιοργάνωση του κοινωνικού κράτους και, πρωτίστως, φορολογική μεταρρύθμιση προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διατηρήσει τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής προοπτικής, αλλά και να αποτελέσει πρόμαχο της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των συντακτικών αρχών της δημοκρατικής πολιτείας. Πιθανή απαλοιφή των ριζοσπαστικών του χαρακτηριστικών ενδέχεται να οδηγήσει αυτό το τμήμα της κοινωνίας προς αντιδημοκρατικές, ακροδεξιές επιλογές. Πιθανή απόκλιση από την υπεράσπιση της δημοκρατίας και του συνταγματισμού, που απειλούνται από την πολιτική του Μνημονίου, θα δικαιώσει την επίκληση της «έκτακτης ανάγκης», διά της οποίας η κυβέρνηση υποβαθμίζει το Κοινοβούλιο και παρακάμπτει το Σύνταγμα. Για το Μνημόνιο, η δημοκρατία αποτελεί πρόσκομμα, που πρέπει να παρακαμφθεί. Για μεγάλο μέρος, όμως, της κοινωνίας δεν είναι προτεραιότητα η προάσπιση της δημοκρατίας, αλλά η επιβίωση. Αυτό είναι το εύκαιρον της περίστασης για τον ΣΥΡΙΖΑ: πρέπει να οργανώσει τη μάχη για την επιβίωση του λαού, όπως το ΕΑΜ οργάνωσε την καθημερινότητα των ανθρώπων. Για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ο στόχος είναι ο ίδιος: η αντιμετώπιση της πείνας και της εξαθλίωσης. Δεν είναι ίδια η κατάσταση. Θα πρέπει όμως να διακριβώσουμε την αναλογική ομοιότητα των περιστάσεων, για να εντοπίσουμε την εγκαιρίαν του εγχειρήματος.


 «Κατάσταση έκτακτης ανάγκης», αυτοί. Λαϊκή κυριαρχία, εμείς: «Εμείς, ο λαός!»


 Εάν ισχύουν τα ανωτέρω, τότε το έγκαιρον της περίστασης, για τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι τώρα. Λίγο πριν, ήταν νωρίς. Πιο μετά, θα είναι αργά. Θα είναι ίσως αργά και για την κοινωνία και για τη Δημοκρατία, καθώς μπορεί να έχει συντελεσθεί η ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους της εξαθλιούμενης μεσαίας τάξης προς την Άκρα Δεξιά. Εάν, πράγματι, αυτή είναι η εγκαιρία της περιστάσεως για τον ΣΥΡΙΖΑ, τότε αυτός, διά του προέδρου του, θα πρέπει να ζητήσει εκλογές, αλλά και να ορίσει ο ίδιος το πρόβλημα. Να αναλάβει αυτός και να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, και όχι η πατριδοκάπηλη και υποτελής στο Μνημόνιο κυβερνώσα Δεξιά, η συμφυρόμενη με την Άκρα Δεξιά.


Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ορίσει το πρόβλημα των εκλογών, ώστε να αξιώσει οι υπόλοιποι να τοποθετηθούν επ’ αυτού. Η προτεινόμενη λύση δεν μπορεί παρά να ενέχει διακινδύνευση. Η διακινδύνευση μπορεί και να αναδείξει την προοπτική της ανόρθωσης της κοινωνίας. Η υποταγή στο Μνημόνιο ενέχει διακινδύνευση για τους πολλούς, εξασφάλιση για τους σύγχρονους μαυραγορίτες, αναπόδραστη κατάρρευση για την κοινωνία και τη δημοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διαπραγματευτεί με τη δική του πλήρη πρόταση, με ένα δικό του «μνημόνιο» που δεν θα διασώζει τις τράπεζες σε βάρος της κοινωνίας, ούτε τους κερδοσκόπους, διαπλεκόμενους, φοροφυγάδες επιχειρηματίες-καναλάρχες και ενοικιαστές εργαζομένων, δηλαδή ανθρώπων. Αυτό επέτρεψαν οι κυβερνήσεις των Μνημονίων: επέτρεψαν σε εργοδότες να νοικιάζουν ανθρώπους. Ποια δημοκρατία μπορεί να το ανέχεται αυτό και να παραμένει δημοκρατία;


Οι εκλογές θα κρίνουν αν θα προκύψει ανορθολογική και πατριδοκτόνος υποταγή στο Μνημόνιο, με συνέπεια την κατάρρευση της κοινωνίας και της δημοκρατίας, ή ανόρθωση της κοινωνίας, επιβίωση του λαού και διασφάλιση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της λαϊκής κυριαρχίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει, τώρα, να ζητήσει να εκφραστεί η λαϊκή βούληση, για να αποφασίσει ο λαός για την τύχη τη δική του και της πατρίδας. Η λαϊκή κυριαρχία είναι πυρήνας και του δημοκρατικού πατριωτισμού και της δημοκρατικής-σοσιαλιστικής προοπτικής που καθορίζουν την ταυτότητά μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αναδειχθεί πρόμαχος της δημοκρατίας, της επιβίωσης του λαού και της λαϊκής κυριαρχίας, τώρα. Θα πρέπει να αναπροσδιορίσει τον χώρο του γενικού συμφέροντος. Πιο μετά, ίσως να είναι αργά για τη λαϊκή βούληση, επειδή ο εξαθλιωμένος λαός μπορεί, άβουλος, να εγκαταλειφθεί στο ερεβώδες κενό που θα αφήσει η κατάρρευση της δημοκρατίας και των δικαιοκρατικών αρχών. Τώρα, που το φίδι βγήκε από το αυγό του και περιφέρεται στις γειτονιές, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εξασφαλίσει ότι η επιβίωση του λαού, οι δικαιωματοκρατικές αξίες και η δημοκρατία θα πρέπει να επιδιώκονται και να διασφαλίζονται ταυτόχρονα. Αλλιώς, θα τα χάσουμε και τα τρία. Αυτή θα είναι η ασύγγνωστη ακαιρία της στρατηγικής μας.


Το αμερικανικό Σύνταγμα του 1787 άρχιζε με μια φράση δηλωτική του συντακτικού υποκειμένου, που ασκεί την εξουσία του και εκφράζει την κυριαρχική του βούληση, κατά τον συνταγματικό καθορισμό του πολιτεύματος: «Εμείς, ο λαός…». Αυτό πρέπει να κάνει, τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ: Να μας καλέσει να πούμε και πάλι τη φράση που διατρανώνει την αξία του δημοκρατικού αυτοκαθορισμού του λαού, του φορέα της κυριαρχίας. Πρέπει να μας καλέσει, όπως είχε κάνει ο κατεξοχήν φορέας του δημοκρατικού πατριωτισμού, το ΕΑΜ, να αναφωνήσουμε και πάλι: «Εμείς, ο λαός!».

                                                                            του Στέφανου Δημητρίου (από εδώ)

11/7/13

Αδιέξοδο; Η εξέλιξη της ελληνικής κρίσης - του Μαρκ Μαζάουερ




Η σημερινή κρίση έφερε στο φως μια εντελώς διαφορετική όψη
της «μετάβασης στη δημοκρατία» και όσων την ακολούθησαν

Στις αρχές του έτους ένα πέπλο καπνού απλωνόταν πάνω από την Αθήνα. Λόγω της υπερβολικής αύξησης της τιμής του πετρελαίου, οι άνθρωποι έφτασαν να καίνε ξύλα για να ζεσταθούν. Έκαιγαν ακόμη και τα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Την ίδια περίοδο σημειώθηκε μια σειρά μικρών εκρήξεων με στόχο τα γραφεία των δύο μεγάλων κομμάτων, της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑ.ΣΟ.Κ., καθώς και τις κατοικίες ορισμένων γνωστών δημοσιογράφων. Όμως το πιο σοκαριστικό γεγονός ήταν μια σειρά αποκεφαλισμών στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας, που γρήγορα βρέθηκαν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων· στα θύματα συγκαταλέγονταν ένας πρώην κεντρικός τραπεζίτης, ένας Ολλανδός, διευθυντικό στέλεχος κάποιου οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης, και ο διευθύνων σύμβουλος μιας μικρής εισπρακτικής εταιρείας. Τα πράγματα βεβαίως δεν έγιναν ακριβώς έτσι – οι αποκεφαλισμοί περιγράφονται στα Ληξιπρόθεσμα δάνεια, το πρώτο μυθιστόρημα μιας νέας τριλογίας για την κρίση από τον κορυφαίο Έλληνα συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Πέτρο Μάρκαρη, του οποίου ο ήρωας-ντετέκτιβ, ο επιθεωρητής Κώστας Χαρίτος, είναι ένας από τους πιο αξιόπιστους δείκτες της ατμόσφαιρας που επικρατεί στην Αθήνα. Η Ελλάδα είναι πλέον βυθισμένη στον έκτο χρόνο οικονομικής ύφεσης και, καθώς η κοινωνική και πολιτική αποσύνθεση φτάνει σε άκρα πρωτόγνωρα από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, δεν είναι πλέον εύκολο να ξεχωρίσει κανείς την πραγματικότητα από τη μυθοπλασία.

Αν και είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, περίπου τέσσερα χρόνια πριν σχολιαστές και πολιτικοί εξέφραζαν ανακούφιση για το γεγονός ότι η Ελλάδα, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, είχε κατορθώσει να γλιτώσει τις χειρότερες συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Μπορούσε κανείς εύλογα να είναι συγκρατημένα αισιόδοξος: το ποσοστό του χρέους της χώρας ως προς το Α.Ε.Π. είχε αυξηθεί λίγο αλλά όχι σημαντικά, ενώ ο ιδιωτικός δανεισμός κινούνταν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τους διεθνείς μέσους όρους. Δεν διαφαινόταν κάτι αντίστοιχο με την κρίση των στεγαστικών δανείων που έπληξε την αμερικανική οικονομία αλλά και την ολλανδική ή την ιρλανδική. (Η αύξηση των τιμών των κατοικιών στην Ελλάδα μεταξύ 1996 και 2008 ήταν μόνο 80%, πολύ μικρότερη από το 170% για παράδειγμα της Ιρλανδίας.) Ωστόσο κατά τη διάρκεια των έξι μηνών μετά το καλοκαίρι του 2009 τα πάντα εξελίχτηκαν με απίστευτη ταχύτητα, η οποία αιφνιδίασε τους Έλληνες αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο. Μετά τις εκλογές εκείνου του φθινοπώρου, η καινούρια κυβέρνηση του σοσιαλιστικού ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπό τον Γιώργο Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι τα οικονομικά στοιχεία είχαν παραποιηθεί και ότι η δύσκολη θέση της χώρας ήταν πολύ χειρότερη από τις προβλέψεις. Έπειτα, οι οίκοι αξιολόγησης ήρθαν ο ένας μετά τον άλλο να υποβαθμίσουν τα ελληνικά ομόλογα, εκτοξεύοντας το κόστος δανεισμού της χώρας στα ύψη. Επικράτησε πανικός – ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας, Ευρωπαϊκής Ένωσης και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και διαμορφώθηκε το πρώτο από μια σειρά σχεδίων διάσωσης με αντάλλαγμα την επιβολή λιτότητας.

Έκτοτε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχασε την εξουσία και άρχισε η εσωτερική του κατάρρευση. Επικεφαλής της κυβέρνησης είναι σήμερα το κεντροδεξιό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ένας συνασπισμός με πυρήνα την παλιά ευρωκομμουνιστική Αριστερά (που άλλοτε ανήκε στον περιθωριακό ριζοσπαστισμό), καλείται πλέον να αναλάβει τον πρωτόγνωρο ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενώ ένα βίαιο νεοναζιστικό κόμμα, με την επωνυμία Χρυσή Αυγή, φαίνεται να καταλαμβάνει την τρίτη θέση στις δημοσκοπήσεις. Η Ελλάδα παραμένει μέλος της ευρωζώνης αλλά το κόστος είναι δυσβάσταχτο: τρία χρόνια υπό καθεστώς λιτότητας, με την ανεργία της χώρας να είναι πιθανότατα η υψηλότερη στην Ε.Ε. με ποσοστό 27% και την ανεργία των νέων να ξεπερνά το 60%. Τα ρεπορτάζ αναφέρουν ότι ένα στα τρία ελληνικά νοικοκυριά ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Η Ελλάδα έχει καταστεί το επίκεντρο της χειρότερης κρίσης του καπιταλισμού από το Κραχ του Μεσοπολέμου.

Τι αγνοεί και τι υποτιμά ο δυτικός κόσμος

Ο Νέβιλ Τσάμπερλαιν είχε εκφράσει το 1938 την έντονη ανησυχία του για την προοπτική να εμπλακεί ένα πραγματικά σημαντικό έθνος, όπως η Βρετανία, σε έναν ευρωπαϊκό πόλεμο εξαιτίας μιας «διαμάχης σε μια μακρινή χώρα μεταξύ ανθρώπων για τους οποίους δεν γνωρίζουμε τίποτα». Σε αυτό το πνεύμα πολλοί εκτός Ελλάδας αναρωτιούνται πώς τα προβλήματα χρέους μιας χώρας με Α.Ε.Π. μικρότερο από το 3% της ευρωζώνης έχουν μετατραπεί σε διεθνές ζήτημα με τόσο μεγάλη βαρύτητα. Η έκπληξή τους όμως δεν δικαιολογείται: αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι η σκοτεινή πλευρά της ακραίας χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 και επιταχύνθηκε στην Ευρώπη με τη δημιουργία του ευρώ. Η έκπληξη αυτή είναι δείγμα της βαθιάς άγνοιας την οποία έφερε στην επιφάνεια η κρίση: ο ρυθμός της χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης επιταχύνθηκε αλλά η γνώση μας για τον κόσμο και τα αλληλένδετα πεδία της πολιτικής, των χρηματοοικονομικών και της οικονομίας δεν κατόρθωσε να συμβαδίσει με τις εξελίξεις.

Για αρκετούς μήνες, η κύρια απάντηση των ευρωπαϊκών μέσων ενημέρωσης στα προβλήματα της ευρωζώνης έμοιαζε να οδηγεί σε διαρκείς αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κρατών-πιστωτών και των κρατών που χρειάζονταν βοήθεια· ακόμη και σήμερα είναι η εντυπωσιακή η απόλυτη απουσία αμοιβαίας κατανόησης. Αλλά η άγνοια δεν περιορίζεται στην Ευρώπη: όπως έχει δείξει μια μακρά σειρά κρίσεων χρέους, που χρονολογούνται από τη δεκαετία του ’80, η επιφανειακότητα της «γνώσης» του δυτικού κόσμου για τα προβλήματα σε παγκόσμιο επίπεδο αποκαλύπτεται με τον πιο προφανή και οδυνηρό τρόπο όταν ένα χρεοκοπημένο κράτος υποχρεώνεται να καταφύγει ως επαίτης στο Δ.Ν.Τ. και σε άλλους διεθνείς πιστωτές για να ακούσει τις συμβουλές των οικονομολόγων τους. Το 2010, οι εκπρόσωποι της επονομαζόμενης τρόικας (του Δ.Ν.Τ., της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) δεν είχαν πολύ χρόνο στη διάθεσή τους για να διαγνώσουν τα αίτια του ελληνικού προβλήματος και να υπαγορεύσουν μια θεραπεία· η χώρα το πλήρωσε ακριβά. Την ίδια στιγμή, οι ξένοι δημοσιογράφοι που βρέθηκαν στην Αθήνα έχουν δώσει τις δικές τους πολύ μεροληπτικές ιστορίες, εστιάζοντας στη διαφθορά και την παρανομία, καθώς και στην επιβάρυνση ενός υπερτροφικού δημόσιου τομέα.

Το τι σκέφτονται οι ίδιοι οι Έλληνες για την κατάστασή τους, από την άλλη, δεν έχει απασχολήσει πολλούς έξω από τα σύνορα της χώρας. Οι φωτογράφοι συρρέουν στις διαδηλώσεις, απαθανατίζοντας τις συγκρούσεις μεταξύ του κόσμου και της αστυνομίας στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα και τραβώντας στιγμιότυπα διαδηλωτών με αυτοσχέδια πανό που παρομοιάζουν τη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, την πιο σκληρή υπέρμαχο της λιτότητας, με τον Χίτλερ. Οι ξένοι δημοσιογράφοι αναλύουν την άνοδο της Άκρας Δεξιάς και μιλούν για την απάνθρωπη αντιμετώπιση των μεταναστών ή αντίθετα δημοσιεύουν ρεπορτάζ με γραφική προσέγγιση για ηλικιωμένους και ροδοκόκκινους νησιώτες που μοιάζει να μην τους έχει αγγίξει η κρίση. Το αποτέλεσμα είναι να υποτιμάται συστηματικά η τεράστια προσαρμοστικότητα της χώρας και το πόσο έντονα επιθυμεί ο λαός την παραμονή στο ευρώ, σχεδόν με κάθε κόστος.

Αυτό που επίσης έχει περάσει απαρατήρητο στο εξωτερικό είναι ένα κύμα υψηλής ποιότητας βιβλίων και δοκιμίων για την παρούσα κρίση που έχουν εκδοθεί στα ελληνικά. Παρά τα δεινά που υφίσταται, η χώρα διαθέτει ακόμη μια κοσμοπολίτικη πνευματική και πολιτιστική ελίτ, με ανθρώπους που διαθέτουν βαθιά καλλιέργεια στις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες. Η οικονομική επιστήμη ανθεί ως κλάδος, διατηρώντας τις διασυνδέσεις της με τις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες, στοιχείο που έχει εξαφανιστεί από τις Η.Π.Α. (Αποτελεί το επαγγελματικό πεδίο από το οποίο αναδείχτηκαν οι περισσότεροι από τους τελευταίους υπουργούς Οικονομικών της χώρας.) Οι οικονομολόγοι στην Ελλάδα εξακολουθούν να ασχολούνται σε βάθος με την κληρονομιά του μαρξισμού, όπως συμβαίνει συνήθως σε χώρες που δεν έχουν τη δυνατότητα να θεωρούν δεδομένα τα οφέλη του καπιταλισμού. Η πολιτική σάτιρα και η κοινωνική κριτική είναι επίσης ζωντανές, όπως δείχνουν, μεταξύ άλλων, τα Ληξιπρόθεσμα δάνεια του Μάρκαρη. Διαβάζοντας ορισμένες από αυτές τις πρόσφατες εκδόσεις διακρίνει κανείς μια πιο πλούσια και σύνθετη εικόνα για την κρίση από οτιδήποτε υπάρχει σήμερα στις Η.Π.Α.

Σε αυτά τα μυθιστορήματα και τα δοκίμια ξεκαθαρίζονται πολλοί παλιοί λογαριασμοί, αλλά και διατυπώνονται πολλές προσδοκίες για το μέλλον. Αυτό όμως σημαίνει απλώς ότι τα κείμενα που γράφονται με αφορμή την κρίση αποτελούν έναν από τους βασικούς χώρους έκφρασης δημοσίου λόγου, σε μια χώρα που προσπαθεί να σκεφτεί δρόμους διαφυγής από το σημερινό αδιέξοδο. Το πιο εντυπωσιακό ίσως στοιχείο είναι ο βαθμός συναίνεσης σε ορισμένα κεντρικά ζητήματα. Όλα ανεξαιρέτως τα έργα που παρουσιάζουμε εδώ αποδίδουν ευθύνες για την κρίση τόσο στους ίδιους τους Έλληνες όσο και στην ευρωπαϊκή ελίτ· οι Έλληνες θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό (αλλά όχι εξ ολοκλήρου) υπεύθυνοι για την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα στην αρχή της κρίσης, το 2010, ενώ οι Ευρωπαίοι κατηγορούνται ότι έκτοτε έκαναν τα πράγματα πολύ χειρότερα. Όλοι οι συγγραφείς απορρίπτουν ρητά ή υπόρρητα την άποψη ότι οι αιτίες των προβλημάτων της χώρας ανάγονται στο μακρινό παρελθόν. Κανείς δεν αναφέρεται στην οθωμανική κληρονομιά και την υποτιθέμενη επίδρασή της στη νοοτροπία που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά των Ελλήνων έναντι του κράτους (δηλαδή την έλλειψη εμπιστοσύνης).

Μικρή σημασία δίνεται στην ιδέα που συζητήθηκε ευρέως εκτός της χώρας, για παράδειγμα στο βιβλίο των Kenneth Rogoff και Carmen Reinhart This Time Is Different (2009), ότι η Ελλάδα έχει προηγούμενο στις χρεοκοπίες, ενώ δεν συζητιούνται οι παραλληλισμοί με τις χρεοκοπίες του ελληνικού κράτους το 1893 και το 1932. Κάποιος έπρεπε να είχε θυμίσει στη Γουόλ Στρητ, οπωσδήποτε πριν το 2008, ότι και τα κράτη μπορούν να χρεοκοπήσουν. Αυτό που μας διδάσκει όμως η μακρά ιστορία των χρεοκοπιών δεν είναι ότι δεν πρέπει να μη δίνονται δάνεια σε κάποιες συγκεκριμένες χώρες, αλλά αντίθετα ότι η ανάπτυξη του διεθνούς καπιταλισμού στηρίζεται σε παγκόσμιες συστημικές ανισότητες και ότι οι κρίσεις χρέους αξιοποιήθηκαν ως μέσο για την αντιμετώπιση της ανισόρροπης ανάπτυξης του κεφαλαίου. Η Ελλάδα δεν αποτελεί ειδική περίπτωση· ανάλογες εμπειρίες βίωσαν πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. 

Για όλους σχεδόν τους Έλληνες η κρίσιμη ημερομηνία είναι το 1974, οπότε κατέρρευσε η χούντα των συνταγματαρχών και αποκαταστάθηκε η δημοκρατία. Η χώρα γνώρισε μια περίοδο συνταγματικής σταθερότητας για πρώτη φορά στον 20ό αιώνα: ο τέως βασιλιάς ήταν στο εξωτερικό και τελικά εγκαταστάθηκε στο καταπράσινο αλλά βαρετό προάστιο του Λονδίνου Χάμστεντ Γκάρντεν· στη χώρα παγιώθηκε ένα δικομματικό σύστημα με ειρηνική εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, χωρίς παρεμβάσεις του στρατού στην πολιτική. Από τότε που επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Ελλάδα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, συμμεριζόμουν την κοινή πεποίθηση ότι η μεταπολιτευτική τάξη πραγμάτων υπήρξε ένα πολύ σημαντικό επίτευγμα, αν αναλογιστεί κανείς τις αναταραχές και τη βία που σημάδεψαν την πολιτική ιστορία της χώρας ιδίως στα μέσα του 20ού αιώνα. Το ίδιο πιστεύω και σήμερα. Αναμφίβολα όμως η σημερινή κρίση έφερε στο φως μια εντελώς διαφορετική όψη της «μετάβασης στη δημοκρατία» και όσων την ακολούθησαν. 

Η εσφαλμένη διάγνωση και η εσφαλμένη θεραπεία

Παρότι η Ελλάδα υπέφερε πάντοτε από ένα χρόνιο έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών, η μεγάλη επέκταση του δημοσίου τομέα ξεκίνησε μόνο μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Και παρόλο που το φορολογικό σύστημα της χώρας παρέμεινε άδικο και οπισθοδρομικό γιατί στηριζόταν στην έμμεση φορολογία, αυτή η καινούρια σχέση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα δημιούργησε νέα προβλήματα σε ένα κράτος με έτσι κι αλλιώς περιορισμένη ικανότητα συλλογής φόρων, προβλήματα που τελικά αποδείχτηκαν ανυπέρβλητα. Την περίοδο της δραχμής, ο συνδυασμός στασιμότητας των δημοσίων εσόδων και αύξησης των κοινωνικών προσδοκιών –η επιθυμία να συγκλίνει η Ελλάδα προς το επίπεδο κοινωνικής πρόνοιας, υγειονομικής περίθαλψης και παιδείας που είχε κατακτηθεί στη μεταπολεμική Ευρώπη– απαιτούσε συνεχείς υποτιμήσεις του νομίσματος και εξωτερικό δανεισμό, με αποτέλεσμα έναν χρόνιο πληθωρισμό. Συνεπώς, οι ρίζες των σημερινών προβλημάτων φτάνουν πιο πίσω από την περίοδο του ενιαίου νομίσματος και της εγκαθίδρυσης ενός νέου συστήματος σταθερών ισοτιμιών, πράγμα που αποδείχτηκε πιο δεσμευτικό για τα ευρωπαϊκά κράτη απ’ ό,τι ο παλαιότερος κανόνας του χρυσού. Η αποβιομηχάνιση που συντελέστηκε στη δεκαετία του 1990 χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο τα πράγματα, καθώς προκάλεσε συν τοις άλλοις μια επιστροφή σε μια παραγωγική βάση που χαρακτηριζόταν από χαμηλό τεχνολογικό επίπεδο, όπως η επεξεργασία τροφίμων και η χειροτεχνία.

Αυτή είναι η εικόνα που αναδεικνύει η πολύτιμη συλλογή δοκιμίων Οικονομική κρίση και Ελλάδα, που δημοσιεύτηκε το 2011 από τη νεοπαγή Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας και αποτελεί ένδειξη της αναβίωσης της μαρξιστικής θεωρίας που συντελείται στην Αθήνα της κρίσης. Δείγμα της προσέγγισης αυτής μπορεί κανείς να διαβάσει και στα αγγλικά, στα κείμενα του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννη Βαρουφάκη. Στο έργο του Ο παγκόσμιος Μινώταυρος, που δημοσιεύτηκε επίσης το 2011, η οικονομική κρίση του 2008 αποδίδεται στη συστημική κατάρρευση του μεταπολεμικού μοντέλου συσσώρευσης κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο. Στο Οικονομική κρίση και Ελλάδα μπορεί κανείς να βρει πληθώρα στοιχείων και επιχειρημάτων που ρίχνουν φως στον χαρακτήρα της διαδικασίας εκδημοκρατισμού στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Στο πιο εντυπωσιακό ίσως δοκίμιο του βιβλίου, ο οικονομολόγος Γιώργος Σταθάκης (που πρόσφατα εκλέχτηκε βουλευτής με το αριστερό αντιπολιτευόμενο κόμμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση: υποστηρίζει ότι τα προγράμματα λιτότητας που υπαγόρευσε η τρόικα από το 2010 και εξής θα πρέπει να θεωρηθούν η συνέχεια μιας σειράς σταθεροποιητικών προγραμμάτων που ξεκίνησαν ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Όλα προσπάθησαν να θεραπεύσουν τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας μέσω της περικοπής δαπανών και της μείωσης μισθών, και όλα απέτυχαν – όχι διότι η εφαρμογή τους ήταν πλημμελής, αλλά διότι στηρίζονταν στο νεοφιλελεύθερο δόγμα και έτσι έκαναν εσφαλμένη διάγνωση και ακολούθησαν εσφαλμένη θεραπεία. Στην Ελλάδα είναι πολύ ευκολότερο να περικόψει κανείς τις κρατικές δαπάνες παρά να αυξήσει το ποσοστό των κρατικών εσόδων από την άμεση φορολογία εισοδήματος, ποσοστό που σήμερα έχει πέσει περίπου στο μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Κατά τη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, υποστηρίζει ο Σταθάκης, σχεδιάστηκε συνειδητά ένα σύστημα που διασφάλιζε την απαλλαγή από τη φορολογία για μεγάλα στρώματα του πληθυσμού. Η μεγάλη πολιτική πρόκληση για τη χώρα δεν είναι τόσο το οφθαλμοφανές πρόβλημα της διαφθοράς όσο τα περιορισμένα κρατικά έσοδα. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, το Εθνικό Σύστημα Υγείας και η ανώτατη εκπαίδευση γνώρισαν στην Ελλάδα μια φάση ανάπτυξης – η οποία όμως δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση των κρατικών δαπανών για τους συγκεκριμένους τομείς που υποχρηματοδοτούνται, με αποτέλεσμα τη χαμηλή ποιότητα των υπηρεσιών. Την ίδια περίοδο η χώρα ξόδεψε πάρα πολλά χρήματα σε εξοπλιστικά προγράμματα: η Ελλάδα είναι αναλογικά ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές όπλων παγκοσμίως. Αν συγκρίνουμε τον ελληνικό προϋπολογισμό με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, διαπιστώνουμε ότι οι κρατικές δαπάνες είναι κοντά στα αντίστοιχα ευρωπαϊκά ποσοστά, όμως το σκέλος των εσόδων υστερεί κατά πολύ.

Οι ευθύνες του Κώστα Σημίτη και το σκάνδαλο της Siemens

Αν και τα προβλήματα αυτά εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1980, οι περισσότεροι από τους συγγραφείς του Οικονομική κρίση και Ελλάδα εστιάζουν κυρίως στις αποφάσεις που ελήφθησαν από τη δεκαετία του 1990 και μετά, καθώς η Ελλάδα άφησε πίσω της το οικονομικό μοντέλο που βασίστηκε στη δραχμή και στην επιδίωξη μιας σχετικής αυτάρκειας. Αυτό το μοντέλο, το οποίο είχε υποστηρίξει ο Ανδρέας Παπανδρέου, αντικαταστάθηκε από ένα πιο εξωστρεφές πρότυπο ανάπτυξης, το οποίο προϋπέθετε πληρέστερη ένταξη στις ευρωπαϊκές οικονομικές δομές. Αρκετά από τα κείμενα του τόμου ασκούν δριμεία κριτική στον διάδοχο του Παπανδρέου, τον Κώστα Σημίτη, υπέρμαχο των μεταρρυθμίσεων, ο οποίος απολαμβάνει γενικού σεβασμού. Ο Σημίτης διετέλεσε πρωθυπουργός της χώρας (και αρχηγός του ΠΑ.ΣΟ.Κ.) από το 1996 ώς το 2004, και έχοντας την εμπειρία ενός παλιότερου προγράμματος σταθεροποίησης (αλλά και μια στάση νηφάλιας αντίθεσης στη δημαγωγία και την αριστερή φρασεολογία του Παπανδρέου), έθεσε ως στόχο τον εκσυγχρονισμό της χώρας και την πλήρη ένταξή της στην ευρωζώνη. Τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής στο ενιαίο νόμισμα θα αντιστάθμιζαν, κατά τις εκτιμήσεις των εκσυγχρονιστών, τη λιτότητα που θα έπρεπε να επιβληθεί προκειμένου να αποκαθαρθεί η ελληνική οικονομία από τις πληθωριστικές τάσεις.

Η νομισματική και δημοσιονομική πειθαρχία που αποτελούσε προϋπόθεση για τη συμμετοχή στο ευρώ εξάλλου θεωρούνταν αυτή καθαυτήν κάτι θετικό. Σύμφωνα όμως με την οπτική των περισσότερων συγγραφέων του Οικονομική κρίση και Ελλάδα –που ασκούν στον Σημίτη κριτική εξ αριστερών και είναι πιο αυστηροί με το νέο μεταρρυθμιστικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. απ’ ό,τι με το αρχικό ριζοσπαστικό και κρατικιστικό κίνημα–, η πολιτική του Σημίτη συνέβαλε στην κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς στην ελληνική οικονομία πολύ πιο ριζικά και αποτελεσματικά απ’ ό,τι οποιαδήποτε πρωτοβουλία της Νέας Δημοκρατίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως την εποχή του Σημίτη έγιναν μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις και ότι, ενώ οι μισθοί συμπιέστηκαν προς τα κάτω (σε αυτό συνέβαλε και η εισροή μεγάλου αριθμού μεταναστών), η κυβέρνηση και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ανέπτυξαν στενούς δεσμούς με τα επιχειρηματικά και τραπεζικά συμφέροντα. Παρότι η δομή της παραγωγής δεν μετασχηματίστηκε, οι ελληνικές επιχειρήσεις εκμεταλλεύτηκαν τη νέα βαλκανική ενδοχώρα, ενώ ο τραπεζικός τομέας απέκτησε θυγατρικές εταιρείες στη Ρουμανία και την Τουρκία. Το όνειρο είχε ως εξής: η Ελλάδα να γίνει η Σιγκαπούρη των Βαλκανίων, ένας ευρωπαϊκός χρηματοοικονομικός κόμβος στην Ανατολική Μεσόγειο. Προϋπόθεση γι’ αυτό ήταν η ένταξη στο ευρώ, η οποία τελικά επιτεύχθηκε με ολίγη δημιουργική λογιστική. Ο στόχος φάνηκε να επιτυγχάνεται: το annus mirabilis του 2004 η χώρα κέρδισε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου και φιλοξένησε με επιτυχία τους Ολυμπιακούς Αγώνες. 

Ωστόσο τα υποβόσκοντα προβλήματα της οικονομίας όχι μόνο παρέμεναν άλυτα, αλλά έμελλε να επιδεινωθούν. Η χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση, σε συνδυασμό με την εύκολη πρόσβαση σε ευρωπαϊκά και διεθνή κεφάλαια και τις μεγάλες κρατικές δαπάνες, δημιούργησαν τις τέλειες συνθήκες για μια νέα, νοσηρή διαπλοκή του κράτους με τον ιδιωτικό τομέα. Στην πραγματικότητα, ο ελληνικού τύπου νεοφιλελευθερισμός δεν σήμανε την αποδυνάμωση του ρόλου του κράτους. Αντιθέτως, ενώ η οικονομική κατάσταση κάποιων τομέων της ελληνικής κοινωνίας επιδεινώθηκε, το κράτος (και πίσω από αυτό, το κυβερνών κόμμα) «βολεύτηκε» βρίσκοντας νέους κολλητούς, όπως η Goldman Sachs, οι ελάχιστες μεγάλες ελληνικές τράπεζες που ξεπρόβαλλαν θριαμβευτικά μετά τις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές της δεκαετίας του ’90, και ξένες εταιρείες τηλεπικοινωνιών και εξοπλισμών.

Ίσως μόνο σήμερα είναι δυνατό να αξιολογηθούν οι πραγματικές διαστάσεις του σκανδάλου διαφθοράς της Siemens που ξετυλίγεται όλα αυτά τα χρόνια. Ο από παλιά εδραιωμένος στην Ελλάδα βιομηχανικός γίγαντας του Μονάχου –με πωλήσεις που ανήλθαν σε 96 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο για τα έτη 2010-11– ήταν ο βασικός προμηθευτής των ενσύρματων και ασύρματων δικτύων της χώρας, έθετε σε λειτουργία τους φωτεινούς σηματοδότες της πρωτεύουσας και απολάμβανε μια στενή και επικερδή σχέση με τον εξωφρενικά ζημιογόνο Ο.Σ.Ε., καθώς και με τον στρατό. Το 2005, η Ελλάδα ξεκίνησε μια έρευνα στο σύστημα ασφαλείας που υποτίθεται ότι όφειλε να είχε τοποθετήσει η Siemens για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του προηγούμενου έτους. Σύντομα, μια έρευνα του Υπουργείου Δικαιοσύνης των Η.Π.Α. έφερε στο φως ένα παγκόσμιο σχέδιο διαφθοράς από τα στελέχη της Siemens. Ένας από τους εμπλεκόμενους Έλληνες πολιτικούς είναι το παλαίμαχο στέλεχος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας Άκης Τσοχατζόπουλος. Τον Απρίλιο του 2012, την ώρα που η λαϊκή κατακραυγή για το σκάνδαλο είχε κορυφωθεί εξαιτίας της εξαθλίωσης που έφερε η λιτότητα, ο Τσοχατζόπουλος συνελήφθη στο μέγαρό του στο κέντρο της Αθήνας και μεταφέρθηκε σιδηροδέσμιος στη φυλακή, κατηγορούμενος για ξέπλυμα βρόμικου χρήματος. Δεν αποτελούσε μεμονωμένη περίπτωση: η Siemens φαίνεται ότι είχε στη μισθοδοσία της πολλούς πολιτικούς και από τα δύο κόμματα. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας στην Ελλάδα Μιχάλης Χριστοφοράκος διέφυγε από τη χώρα τον Μάιο του 2009. Συνελήφθη, αργότερα τον ίδιο χρόνο, στη Γερμανία και κρίθηκε προφυλακιστέος από δικαστήριο του Μονάχου. Κατέβαλε μια υπέρογκη εγγύηση για να διασφαλίσει την αποφυλάκισή του και έκτοτε έμεινε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Η υπόθεση της Siemens δεν αποκαλύπτει μόνο τους στενούς δεσμούς μεταξύ γερμανικών επιχειρήσεων και Ελλήνων πολιτικών, αλλά αποτελεί επίσης τεκμήριο του πόσο βαθιά έφτανε το καρκίνωμα της διαφθοράς στη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων και την εν γένει κρατική πολιτική ανάθεσης δημοσίων έργων. Ωστόσο, όπως τονίζουν πολλοί από τους συγγραφείς του βιβλίου Οικονομική κρίση και Ελλάδα, ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα από τη διαφθορά και το ξέπλυμα χρήματος αποτελεί η δημοσιονομική ανευθυνότητα του ίδιου του ελληνικού κράτους. Η Siemens ήταν ιδεολογικά ουδέτερη, εξαγόραζε πολιτικούς και των δύο μεγάλων κομμάτων. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά το ευρύτερο ζήτημα των κρατικών δαπανών, η ιδεολογία αποτέλεσε «κεφάλαιο προς επένδυση» και η εποχή Σημίτη φάνταζε πρότυπο ακεραιότητας και κοινής λογικής σε σύγκριση με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας που τη διαδέχτηκε κατά την περίοδο 2004 έως 2009.

Η ανευθυνότητα του Κώστα Καραμανλή και ο καθησυχαστικός Γιώργος Παπανδρέου

Το εύρος της ζημιάς που έγινε εκείνα τα χρόνια περιγράφεται στο βιβλίο Σώζεται ο Τιτανικός;, που έγραψε ο οικονομολόγος Νίκος Χριστοδουλάκης, πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Σημίτη. Ο τίτλος αναφέρεται σε ένα ατυχές σχόλιο, στην αρχή της κρίσης, του τότε υπουργού Οικονομικών Γιώργου Παπακωνσταντίνου (που πρόσφατα διαγράφηκε από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μετά τις κατηγορίες εις βάρος του περί κακοδιαχείρισης), όπου συνέκρινε το έργο του με «την προσπάθεια αλλαγής πλεύσης του Τιτανικού». Ο Χριστοδουλάκης υποστηρίζει ότι η πραγματική ζημιά έγινε επί Νέας Δημοκρατίας. Φυσικά ισχυρίζεται ότι τα οικονομικά της Ελλάδας ήταν καλά όταν έπεσε η κυβέρνηση Σημίτη το 2004, κάτι που οι συγγραφείς του Οικονομική κρίση και Ελλάδα θα αμφισβητούσαν. Ωστόσο ο Χριστοδουλάκης έχει πολύ ισχυρότερους λόγους για να επιτίθεται στη Νέα Δημοκρατία. Τουλάχιστον επί Σημίτη, η αύξηση των εσόδων ξεπερνούσε τις αυξήσεις στις δαπάνες. Το αντίθετο συνέβη επί της κυβέρνησης Καραμανλή. Μια κυβέρνηση ακόμα πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις, αδιαφόρησε παντελώς για την ενίσχυση της φοροεισπρακτικής πολιτικής και περιόρισε διάφορες πηγές εσόδων για να ενθαρρύνει τις επιχειρηματικές επενδύσεις. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η άνθηση του επιχειρείν αλλά η κατασπατάληση χρημάτων σε Πόρσε, φανταχτερά γιοτ και τεράστιες επαύλεις με γιγάντιες πισίνες σε άνυδρα ελληνικά νησιά.

Ωστόσο τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. Η κυβέρνηση προχώρησε σε μια άνευ προηγουμένου προεκλογική σπατάλη, ακριβώς τη λάθος στιγμή, όταν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα κατέρρεε. Ο Χριστοδουλάκης έχει σίγουρα δίκιο όταν ισχυρίζεται ότι οι πολιτικές αποφάσεις της κυβέρνησης Καραμανλή το 2008 και το 2009, και όχι οι παλαιότερες, ήταν εκείνες που άφησαν τη χώρα απροστάτευτη σε μια εποχή που το γενικότερο κλίμα στις διεθνείς χρηματαγορές και στους οίκους αξιολόγησης έγινε ιδιαίτερα δυσμενές. Ακόμα και μετά τις πρώτες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας, η κυβέρνηση Καραμανλή «έριξε λάδι στη φωτιά», το 2009, με την ψήφιση ενός εξαιρετικά χαλαρού προϋπολογισμού καθώς και με τον τρόπο που χειρίστηκε την τραπεζική κρίση, εξαναγκάζοντας υγιείς τράπεζες να λάβουν κρατική χρηματοδότηση με αποτέλεσμα την επιδείνωση του προβλήματος του χρέους. Κοντολογίς, η ολοφάνερη ανευθυνότητα στον σχεδιασμό του προϋπολογισμού του 2009 προκάλεσε σοβαρά προβλήματα για τη χώρα στο εξωτερικό.

Όπως πολλά πρώην μέλη του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ο Χριστοδουλάκης είναι εξίσου επικριτικός και για τις ενέργειες της επόμενης κυβέρνησης. Χρεώνει στον Γιώργο Παπανδρέου ότι μεν αντιλήφθηκε το εύρος του προβλήματος αλλά με καθυστέρηση. Το επιτελείο του έδειχνε υπερβολικά πανικόβλητο στις δημόσιες ανακοινώσεις του προς τους Ευρωπαίους εταίρους και υπερβολικά καθησυχαστικό προς τον ελληνικό λαό. Σύμφωνα με τον Χριστοδουλάκη, ο πρωθυπουργός βρισκόταν έξω από τα νερά του. Ο σαφώς λιγότερο χαρισματικός κληρονόμος του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ο «Γιωργάκης», εξακολουθούσε να υπόσχεται στους πάντες τα πάντα, βολοδέρνοντας ανάμεσα σε μεταρρυθμιστές και απογοητευμένους προερχόμενους από το αποκαλούμενο «βαθύ ΠΑ.ΣΟ.Κ.», που ήθελαν την επιστροφή σε πολιτική απόλυτης στήριξης του δημόσιου τομέα.

Η υποτιθέμενη ελληνική ιδιαιτερότητα, τα δύο Δ.Ν.Τ. και οι ευθύνες της Γερμανίας

Σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τις θέσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά παρ’ όλα αυτά εξαιρετικά ενδιαφέρον, είναι το 22 πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι, του οποίου ο τίτλος θυμίζει το βιβλίο του Ha-Joon Chang 23 Things They Don’t Tell You About Capitalism (2010). Το βιβλίο του Χρίστου Λάσκου και του Ευκλείδη Τσακαλώτου επιχειρεί να διαλύσει ορισμένους κοινούς μύθους σχετικά με την ελληνική οικονομία. Οι συγγραφείς επικαλούνται μια σειρά αδιάσειστων στοιχείων: το επίπεδο της παραγωγικότητας στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα χαμηλό και οι ελληνικές εξαγωγές σημείωσαν σημαντική αύξηση μετά το 1995. Ο δημόσιος τομέας δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος και δεν υπάρχουν ενδείξεις για μαζική αποχώρηση των ιδιωτών επενδυτών. Οι συγγραφείς τονίζουν επίσης τη βαθιά ανισότητα που προέκυψε από τις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης και χρηματιστικοποίησης οι οποίες συντελέστηκαν επί εποχής Σημίτη: σε μια σχετικά μικρή χρονική περίοδο η Ελλάδα, μια από τις χώρες με τη μικρότερη ανισότητα στην Ευρώπη, έγινε μια από τις πιο άνισες χώρες. Και όπως ορθά επισημαίνουν, μεγάλο μέρος της κριτικής που δέχτηκε η Ελλάδα (σχετικά με την αποβιομηχάνιση, την απροθυμία να βελτιωθούν οι μηχανισμοί είσπραξης των κρατικών εσόδων ή να αυξηθούν οι φόροι) αφορά προβλήματα που είναι κοινά σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο και δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα. Το ζήτημα εδώ είναι ότι η θεραπεία της τρόικας δεν αποδίδει – όχι μόνο επειδή έριξε την οικονομία σε μια αυτοτροφοδοτούμενη ύφεση που καθιστά βέβαιη τη διαρκή απόκλιση από τους στόχους που έχουν τεθεί, αλλά κυρίως επειδή η προσέγγιση της τρόικας, που ευνοεί τις μεγάλες επιχειρήσεις και αντιτίθεται στα συμφέροντα των εργαζομένων, αγνοεί κάποιες θεμελιώδεις αλήθειες: πρώτον, ότι στην Ελλάδα πρέπει οι επιχειρήσεις και οι πλούσιοι να πληρώσουν περισσότερους φόρους και όχι λιγότερους, και δεύτερον, ότι η αύξηση της παραγωγικότητας δεν θα έρθει παρά μόνο αν γίνουν πολύ περισσότερες επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές) στην έρευνα και την ανάπτυξη.

Στην αρχή της κρίσης, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης επιλέχτηκε από τον Παπανδρέου ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Δ.Ν.Τ., με γνώμονα κυρίως τη μακρά φιλία του με τον Ντομινίκ Στρως-Καν, τότε επικεφαλής του οργανισμού. Στο Άγνωστο παρασκήνιο της προσφυγής στο ΔΝΤ: Πώς και γιατί φτάσαμε στο μνημόνιο, ο Ρουμελιώτης αφηγείται βήμα βήμα τις εμπειρίες του και εκθέτει ένα αποκαλυπτικό χρονικό του ρόλου που διαδραμάτισε το Δ.Ν.Τ. στην κρίση. Στο βιβλίο ο Στρως-Καν απεικονίζεται ως φίλα προσκείμενος προς τους Έλληνες και ανήσυχος για τις ευρύτερες συνέπειες των αποφάσεων του Ταμείου. Οι Ευρωπαίοι παρουσιάζονται αρνητικά: δύστροποι, με αργά αντανακλαστικά. Η Μέρκελ για μεγάλο χρονικό διάστημα απλώς αρνείται να καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος, πράγμα που προκαλεί έντονη δυσφορία στους Αμερικανούς. Στο βιβλίο παρουσιάζεται η ιδεολογική μετατόπιση που λαμβάνει χώρα εντός του Δ.Ν.Τ.: οι εκπρόσωποι της Ρωσίας, της Κίνας και της Βραζιλίας παρουσιάζονται με θετικά χρώματα, ακριβώς επειδή ελάχιστη εμπιστοσύνη έχουν σε αυτό που κάποτε γινόταν δεκτό ως Συναίνεση της Ουάσινγκτον. Από αυτή την άποψη, ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισε την ελληνική κρίση το Δ.Ν.Τ. μπορεί να αποδειχτεί προάγγελος ενός νέου είδους θεσμικής λογικής που θα επικρατήσει στο μέλλον. Προς το παρόν όμως, μπορούμε εύλογα να μη δίνουμε μεγάλη σημασία σε αυτές τις λεπτομέρειες, γιατί σε τελική ανάλυση ακολουθήθηκε και πάλι η κλασική συνταγή: περικοπή μισθών (λες και αυτό το μέτρο οδηγεί οπωσδήποτε στην αύξηση της παραγωγικότητας και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας)· η προώθηση της επιχειρηματικότητας μέσω της κατάργησης της γραφειοκρατίας και των περιορισμών, ανεξάρτητα από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει κάτι τέτοιο· και η επιμονή στην περικοπή δαπανών αντί για την αύξηση των φόρων προκειμένου να βελτιωθούν τα δημόσια οικονομικά. Η βασική διαφορά ανάμεσα στον Στρως-Καν και τους υπόλοιπους Ευρωπαίους αφορούσε τον χρόνο που θα χρειαζόταν η Ελλάδα προκειμένου να επανέλθει σε κάτι που να μοιάζει με οικονομική σταθερότητα· απ’ ό,τι φαίνεται συμφωνούσαν σε όλα τα άλλα σημεία της συνταγής.

Σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους, το Δ.Ν.Τ., με την πιο παγκόσμια οπτική του, αν μη τι άλλο ήταν διατεθειμένο να παραδεχτεί ότι για τα προβλήματα της ευρωζώνης δεν ευθύνονταν μόνο τα ελλείμματα της Ελλάδας αλλά και τα πλεονάσματα της Γερμανίας. (Το πλεόνασμα της Γερμανίας, που αυτή τη στιγμή είναι μεγαλύτερο και από το αντίστοιχο της Κίνας –συνέχισε να μεγαλώνει καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης και δεν παρουσιάζει σημάδια κάμψης–, απλώς τραβά σαν μαγνήτης τα κεφάλαια από την πτωχευμένη, υπερχρεωμένη περιφέρεια προς τις πλούσιες χώρες του πυρήνα της ευρωζώνης· έτσι αποκλείεται οριστικά η δυνατότητα των δανειζομένων να βγουν από την κατάσταση χρεοκοπίας σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα, η νομισματική ένωση τους στερεί τη δυνατότητα να προβούν σε υποτίμηση του νομίσματος για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητά τους, και έτσι η ανάκαμψη καθίσταται ακόμα πιο δύσκολη.) Καθώς το ενδιαφέρον για τον Τζον Κέυνς αναβιώνει διεθνώς, οι αναλυτές επιστρέφουν στην αρχική του σύλληψη για το Δ.Ν.Τ., την οποία διατύπωσε στο Μπρέττον Γουντς το 1944: έναν αξιολογικά ουδέτερο παίκτη που θα παρενέβαινε για να αποκαταστήσει την παγκόσμια ανισορροπία στις ροές εμπορευμάτων και κεφαλαίου, η οποία, κατά την άποψή του, είναι αναπόφευκτη συνέπεια του καπιταλισμού. Πιθανότατα θα πρέπει να περιμένουμε τις γερμανικές εκλογές, το φθινόπωρο, για να δούμε αν οι απόψεις αυτές θα κατορθώσουν να επηρεάσουν το Βερολίνο· μέχρι τότε όμως θα αυξάνονται οι φωνές όσων δείχνουν τα γερμανικά πλεονάσματα ως αιτία της κρίσης. Το βιβλίο του Ρουμελιώτη συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι, από τις αρχές του 2010, η κρίση βάθυνε όχι μόνο από τις ελληνικές πολιτικές επιλογές αλλά και από τις γερμανικές.

Οι προσωπικές καταστροφές, η ελπίδα και η φρέσκια σκέψη ενάντια στη διάχυτη απελπισία

Μην κοιτάτε το ισοζύγιο πληρωμών, λένε κάποιοι· κοιτάξτε τις αναρίθμητες προσωπικές καταστροφές στην Ελλάδα: τις αυτοκτονίες που ολοένα πληθαίνουν, το άγχος και την απόγνωση που έχει προκαλέσει η ταπείνωση της χώρας, όλα όσα καλούνται να υπομείνουν οι πολίτες, την ανεργία, την απόλυτη αδυναμία. Τα προβλήματα που βιώνουν οι πολίτες σε προσωπικό επίπεδο λόγω των λανθασμένων πολιτικών μπορούν εύκολα να παραβλεφθούν από τους οικονομολόγους, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τους λογοτέχνες – είναι εξαιρετικά δύσκολο ένας σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας να μην ασχολείται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με τη διάχυτη απελπισία και αγανάκτηση.

Ο δημοσιογράφος Χριστόφορος Κάσδαγλης, στο βιβλίο του Ανώνυμοι χρεοκοπημένοι, μια συλλογή μικρών κειμένων που δημοσιεύτηκε το 2012, καταγράφει την προσωπική του αντίδραση στις γενικότερες εξελίξεις και στην απουσία έμμισθης εργασίας· περιγράφει με καυστικό τρόπο τις συνέπειες του διογκούμενου κύματος ανεργίας και μας μεταφέρει την αίσθηση του πώς είναι να βιώνει κανείς την κρίση σε καθημερινό επίπεδο. Στο «Powered by» απαριθμεί τα προϊόντα που κατανάλωσε και χρησιμοποίησε κατά τη συγγραφή του βιβλίου: έναν γιαπωνέζικο φορητό υπολογιστή, περί τις πεντακόσιες εβδομήντα επτά κάψουλες ιταλικού καφέ εσπρέσο, εκατόν ογδόντα τέσσερα πακέτα αγγλικού καπνού, ισάριθμα πακέτα με ολλανδικά τσιγαρόχαρτα, ένα αμερικάνικο τζιπ, μία γερμανική τηλεόραση, ένα σουηδικό ραδιόφωνο, αμερικάνικα ρούχα κι ένα ζευγάρι παπούτσια από την Ισπανία, συν κάποια φαρμακευτικά προϊόντα από την Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και αλλού. Στον κατάλογο αυτό αποτυπώνεται όσο πιο εύγλωττα γίνεται το παραγωγικό πρόβλημα της Ελλάδας (η κατανάλωση αυξήθηκε κατακόρυφα κατά την περίοδο 2000 έως 2008, εναρμονιζόμενη με την αύξηση των εισοδημάτων, που τροφοδοτήθηκε από την εισροή κεφαλαίων)· ταυτόχρονα συνιστά μια απάντηση σε εκείνους –οι οποίοι είναι ασφαλώς λιγότεροι σήμερα σε σχέση με έναν χρόνο πριν– που επιμένουν να ζητούν την αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ.

Σε μια συνέντευξη που παίρνει από τον εαυτό του, ο Κάσδαγλης τονίζει μία από τις κομβικές διαφορές της σημερινής κατάστασης από την κατάσταση που επικρατούσε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τότε, παράλληλα με τα βάσανα του λαού, υπήρχε τουλάχιστον η ελπίδα και η περηφάνια. Τώρα, το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να γράφει με την ελπίδα ότι θα ξεφύγει με κάποιον τρόπο από την απελπισία – όταν όμως κοιτάξει τους ηγέτες που κυβερνούν τη χώρα, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται καθόλου εύκολο. Ο Γιώργος Παπανδρέου είναι «Tο παιδί με το play station» – στην περίπτωσή του το παιχνίδι είναι το ΠΑ.ΣΟ.Κ., το κόμμα που κληρονόμησε, και ίσως η ίδια η Ελλάδα. Ο Κάσδαγλης γράφει ότι ο Αντώνης Σαμαράς της Νέας Δημοκρατίας –αρχηγός της αντιπολίτευσης κατά την περίοδο που έγραφε το βιβλίο– είναι ένας δημαγωγός ο οποίος, όπως προβλέπει ο συγγραφέας, θα υποχωρήσει σε όλα τα σημεία της κριτικής του από τη στιγμή που θα αναλάβει την εξουσία. (Αφότου έγινε πρωθυπουργός τον Ιούνιο, ο Σαμαράς έκανε στον Κάσδαγλη τη χάρη να επιβεβαιώσει τις προβλέψεις του.) Ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός, ο οικονομολόγος Λουκάς Παπαδήμος, είναι ένας σεμνός τεχνοκράτης ο οποίος όμως, λόγω του ρόλου του την περίοδο της ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη, πρέπει να θεωρείται ένας από τους αρχιτέκτονες της καταστροφής. Ταυτόχρονα ο συγγραφέας, που διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής του, είναι αρκετά μεγάλος για να θυμάται τη χούντα και θέλει να υπενθυμίσει και στους νεότερους τι είναι μια αληθινή δικτατορία. Το σημερινό πολιτικό κλίμα, παρά τους παραλογισμούς και τα προβλήματά του, δεν είναι δικτατορία, και οι Έλληνες δεν θα πρέπει να την ταυτίζουν με τη χούντα, όσο κι αν η μυρωδιά των δακρυγόνων στο κέντρο της Αθήνας θυμίζει στον Κάσδαγλη της μέρες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στα τέλη του 1973 και τον κάνει να αναρωτιέται αν οι τακτικές της αστυνομίας έχουν αλλάξει από τότε.

Σε ένα από τα καταληκτικά κείμενα του βιβλίου του, ο Κάσδαγλης περιγράφει διάφορα «Σενάρια χρεοκοπίας». Δεν τον πείθουν οι σχολιαστές που προτρέπουν την Ελλάδα να ακολουθήσει τον δρόμο της Αργεντινής και να κηρύξει στάση πληρωμών: δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις πολλές διαφορές των δύο χωρών και τις διαφορετικές εποχές. Ούτε τον θέλγει ιδιαίτερα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., και, παρότι είναι λίγες οι άμεσες αναφορές, εντούτοις η κριτική του Κάσδαγλη στις νέες μορφές λαϊκισμού μοιάζει να στρέφεται εναντίον του νεαρού αρχηγού του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος πηγαίνει πολύ καλά στις δημοσκοπήσεις, στηριζόμενος σε μια εκστρατεία που υπόσχεται και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο: και την παραμονή στο ευρώ και την ακύρωση του επιβεβλημένου από τους ξένους προγράμματος λιτότητας. Αντίθετα, συνεχίζει: «Υπάρχει βέβαια ένα μοντέλο χρεοκοπίας που στα μάτια μου φαντάζει ελκυστικό: Ξανασχεδιάζουμε συλλογικά τη ζωή μας, τις προτεραιότητες και τα καταναλωτικά μας πρότυπα. Ξαναδιοργανώνουμε τις παραγωγικές δυνάμεις με βάση τις ανάγκες μας και όχι τη λογική του κέρδους. Επιστρέφουμε στη γη, με περισσότερο σεβασμό και με προσανατολισμό στις βιολογικές καλλιέργειες. […] Πιο φτωχοί από υλική άποψη, πιο πλούσιοι σε αισθήματα και προοπτικές, με λιγότερη αλαζονεία αλλά με περισσότερη αγάπη και κατανόηση».

Πολλοί συμμερίζονται αυτό το όνειρο. Συμμερίζονται όμως και τις επιφυλάξεις του Κάσδαγλη: πού είναι η απαραίτητη ηγεσία, η πολιτική βούληση; Το παλαιό έχει απαξιωθεί· χρειάζονται νέες δυνάμεις, νέες γενιές ίσως, οι οποίες ακόμα δεν έχουν εμφανιστεί. Εν τω μεταξύ, η μοιρολατρία μοιάζει να μην έχει τέλος: τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Δύσκολα θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε τον Κάσδαγλη για πεσιμισμό: ωστόσο, στην τρέχουσα συγκυρία, ο πεσιμισμός μοιάζει απολύτως δικαιολογημένος. Ίσως όμως αυτός ο πεσιμισμός να έχει και ένα άρωμα γενιάς. Ο αντίκτυπος της κρίσης είναι πολύ διαφορετικός στους νέους και τους μεγαλύτερους και, όταν στρέφεται κανείς στη στάση εκείνων που ενηλικιώθηκαν όχι στα χρόνια της δικτατορίας αλλά αμέσως μετά, στα χρόνια της μεταπολίτευσης και ιδίως μετά την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, διαπιστώνει μια πολύ διαφορετική και, από ορισμένες απόψεις, εντυπωσιακά ενεργητική οπτική. Κάτι τέτοιο ακούγεται παράδοξο, δεδομένου ότι συχνά εκείνοι που εισέρχονται τώρα στην αγορά εργασίας αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσχέρειες, ωστόσο οι νέοι άνθρωποι μοιάζουν να είναι πιο ενθουσιώδεις και να βασανίζονται λιγότερο από την κατάρρευση των παλιών κατηγοριών – αυτό φαίνεται παντού. Ένα σημαντικό παράδειγμα είναι η άνθηση του ελληνικού σινεμά που προσέλκυσε το διεθνές ενδιαφέρον στο έργο νέων σκηνοθετών, όπως η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη, ο Γιώργος Λάνθιμος και ο Σύλλας Τζουμέρκας. Θα μπορούσε ωστόσο κανείς να επισημάνει και την αναβίωση του αναρχισμού και του λεγόμενου «αντιεξουσιαστικού χώρου». Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί το γεγονός ότι έντονο άρωμα γενιάς έχει και η εμφάνιση του νεοφασισμού.

Από την άλλη, υπάρχει και η μυθοπλασία. Το Κάτι θα γίνει, θα δεις είναι μια συναρπαστική συλλογή διηγημάτων, η οποία εκδόθηκε το 2010, έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και έγινε μπεστ σέλερ. Ο ιταλικός τύπος ονόμασε ήδη τον συγγραφέα της Χρήστο Οικονόμου «Έλληνα Φώκνερ», ένας χαρακτηρισμός που αντανακλά μεν τη συναισθηματική δύναμη της γραφής του αλλά όχι τη λιτότητα ή την ακρίβειά της. Μέσω της άοκνης περιπλάνησης στις εξαθλιωμένες εργατικές γειτονιές που βρίσκονται εκτός των τουριστικών διαδρομών στον αστικό λαβύρινθο μεταξύ Αθήνας και Πειραιά, οι ιστορίες του Οικονόμου μεταφέρουν τα βάσανα εκείνων που επηρεάστηκαν περισσότερο από την κρίση – απολυμένοι εργάτες, πεινασμένα παιδιά. Όλοι τους ονειρεύονται την απόδραση: στο βουνό, σε ένα νησί ή σε μια μεγαλοπρεπή έπαυλη, σε έναν κόσμο βγαλμένο απ’ τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Από τι δραπετεύουν; Από τα παλιά βάσανα –το κουτσομπολιό, τους αδιάκριτους γείτονες, την καταπίεση και την αδιαφορία των πλουσίων– που έχουν πια χειροτερέψει όσο δεν πάει. Στους τσιμεντένιους δρόμους του Οικονόμου, τα σύννεφα προμηνύουν μια βροχή που δεν έρχεται ποτέ, τα συνθήματα των πολιτικών αγνοούνται και η αστυνομία παραμένει μια βίαιη και απειλητική μορφή στα παρασκήνια. Εντούτοις, ακόμα και στα όρια της φτώχειας, οι άνδρες και οι γυναίκες του δρουν, προσπαθώντας να διατηρήσουν την ελάχιστη αλληλεγγύη που έχει μείνει σε μια βαθιά εξατομικευμένη κοινωνία και, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βρίσκουν τη δική τους φωνή. Εδώ υπάρχει πίστη, βαθιά πίστη – αν και ελάχιστη ή καθόλου προς όσους συνήθως την απαιτούν.

Η φωνή αυτής της νέας γενιάς –μια ρεαλιστική φωνή, που επιζητεί μια πηγή έμπνευσης– μπορεί να βρεθεί και αλλού. Στις σελίδες ενός νέου περιοδικού, της Λεύγας, η ονομασία της οποίας προέρχεται από τις Είκοσι χιλιάδες λεύγες υπό τη θάλασσα του Ιουλίου Βερν, βρίσκει κανείς μια οξύτατη κριτική για το τι σήμαινε «μεταρρύθμιση» στην Ελλάδα τα τελευταία σαράντα χρόνια. Από την κυκλοφορία του πρώτου τεύχους της, τον Μάρτιο του 2011, η Λεύγα έχει εκδώσει εννιά τεύχη, γεμάτα με κριτικές για τους χθεσινούς «εκσυγχρονιστές» και τις μόνιμες προσπάθειές τους να παρουσιαστούν ως εθνικοί σωτήρες. Στις σελίδες της όμως ασκείται επίσης κριτική και στους ριζοσπάστες κριτικούς των εκσυγχρονιστών: τους Ζίζεκ και τους Μπαντιού και τους Έλληνες επιγόνους τους. Μέλη μιας γενιάς με οικολογικές ανησυχίες, οι συγγραφείς και οι συντάκτες της Λεύγας αναρωτιούνται αν η τελευταία μόδα επιστροφής στην ύπαιθρο μπορεί να αποτελέσει επαρκή απάντηση στα προβλήματα του καπιταλισμού, σε μια εποχή κατά την οποία οι ανεπτυγμένες δημοκρατίες αδυνατούν να συντηρήσουν πάνω από το 5% του εργατικού δυναμικού τους στην ύπαιθρο χωρίς τεράστιες επιδοτήσεις. Βλέπουν την αναγκαιότητα της πολιτικής κινητοποίησης και είναι, δικαίως, επικριτικοί για τις «συζητήσεις» τύπου TED που ανάγουν τα προβλήματα της χώρας σε ζητήματα branding και διασύνδεσης· βλέπουν θετικά το οργανωμένο εργατικό κίνημα, αλλά αναλύουν τις ιστορικές ρίζες της δυσλειτουργίας του στην Ελλάδα. Εδώ δεν υπάρχουν απαντήσεις. Ωστόσο απαντήσεις δεν δίνονται πουθενά. Η Λεύγα είναι μια πηγή φρέσκιας και διαυγούς σκέψης: και γι’ αυτό είναι πηγή ελπίδας εκεί που φαίνεται να έχει χαθεί κάθε ελπίδα.

                                                                                     του Μαρκ Μαζάουερ (από εδώ


Αξίζει να συγχαρούμε στο σημείο αυτό τους συντελεστές του online περιοδικού Χρόνος για την πολύ καλή προσπάθειά τους και να τους ευχηθούμε καλή συνέχεια. Επίσης οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ορισμένα από τα πιο ουσιαστικά και καίρια κείμενα που έχουμε διαβάσει όλο αυτό το διάστημα περί ελληνικής -και όχι μόνο- κρίσης ανήκουν στον Μαρκ Μαζάουερ.