Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29/9/13

Η ΧΑ κρύβει τον... κυβερνητικό φασισμό - του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου




Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών δεν είναι φασισμός; Το σφράγισμα κτηρίων (δες Χατζηκώστα στα Γάννενα) για να μη βρίσκουν καταφύγιο οι άστεγοι και οι μετανάστες δεν είναι φασισμός; Η μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα στη Χαλκιδική, του νερού που πίνουν μεγάλοι και παιδιά με αρσενικό από τα μεταλλεία χρυσού δεν είναι φασισμός; Τα δύο εκ. άνεργοι, οι γονείς που δεν έχουν να πάνε γάλα στα παιδιά τους, η εξαθλίωση των συνταξιούχων, οι νέοι που ξενιτεύονται, αναζητώντας δουλειά, αυτά δεν είναι φασισμός; Οι τόνοι χημικών και οι άγριοι ξυλοδαρμοί από τα ΜΑΤ εναντίον των διαμαρτυρόμενων εργαζομένων δεν είναι φασισμός; Οι φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών και το "ξέπλυμα" μαύρου χρήματος με νομοθετικές ρυθμίσεις της κυβέρνησης και τα χαράτσια για τους "κάτω" δεν είναι φασισμός; Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, το "μαύρο" στην ΕΡΤ και ο απόλυτος έλεγχος της ενημέρωσης δεν είναι φασισμός; Ο εκβιασμός στους μαθητές ότι θα παραταθεί το σχολικό έτος σε όσα σχολεία γίνουν καταλήψεις δεν είναι φασισμός; Το γεγονός ότι οι σημαντικότερες αποφάσεις για την Ελλάδα λαμβάνονται εκτός Ελλάδας και συγκεκριμένα στη Γερμανία δεν είναι παραβίασης της ανεξαρτησίας, της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατίας; Αίφνης, όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα ακόμα καλύφθηκαν από τα εγκλήματα των δολοφόνων της Χρυσής Αυγής. Για όλα φταίει η... ΧΑ! Οι εθνικοί εργολάβοι, οι μεγαλοδημοσιογράφοι (πλην εξαιρέσεων), τα διάφορα παπαγαλάκια, όλοι όσοι δόξασαν τις φασιστικές πρακτικές των μνημονιακών κυβερνήσεων, τα χημικά του Παπουτσή στο Σύνταγμα, τα μέτρα λιτότητας της τρόικας, τις απολύσεις στο Δημόσιο στο όνομα του "εξορθολογισμού", όλοι αυτοί οι οπαδοί του φασισμού στην πράξη, αυτοί που υπέθαλψαν και πρόβαλαν την Χ.Α... τώρα "ξεπλένονται" και γίνονται "αντιφασίστες" ως δήθεν αντίπαλοι της Χρυσής Αυγής. Επίσης, η ΝΔ εισπράττει τις... ψήφους που επανακάμπτουν από τη ΧΑ. Βέβαια, αυτοί τη δουλειά τους κάνουν. Οι άλλοι, όμως; Η Αριστερά; Γιατί αμήχανη, άβουλη και μοιραία αδυνατεί να συνδέσει πολιτικά το φασισμό με την οικονομική εξαθλίωση; Γιατί ο Παύλος Φύσσας δεν γίνεται "σημαία"; Κάποτε Αριστερός σήμαινε Άνθρωπος και όλοι οι Άνθρωποι σαν τον Παύλο Φύσσα δεν χρειάζονταν να λένε ότι είναι αριστεροί... 

                                                               του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου (από εδώ)

18/9/13

Αυτοί που άνοιξαν το δρόμο στους φασίστες - της Βασιλικής Σιούτη



Η συμπεριφορά των κυβερνητικών δυνάμεων, μετά από κάθε εγκληματική πράξη φασιστών, θυμίζει τη λαϊκή παροιμία: «Φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης». Λίγες μόλις ώρες μετά από τη δολοφονία ενός νέου ανθρώπου με αντιφασιστική κινηματική δράση, από κάποιο φασιστικό στοιχείο -όπως λένε οι μαρτυρίες- βγήκαν να κάνουν σπέκουλα. Τα ίδια πάλι. Τα γνωστά. Τα επαναλαμβάνουν συνεχώς μπας και τα μάθουμε.

«Οι υμνητές της πλατείας και ηθικοί αυτουργοί για το φανατισμό-λαϊκισμό-ισοπέδωση, δεν μπορούν να φωνάζουν για την επέλαση και τα έργα της Χρυσής Αυγής» έγραψε ένας από αυτούς. Πόσο θράσος χρειάζεται για να ξεστομίζεις κάτι τέτοιο; Δηλαδή οι εκατοντάδες χιλιάδες που έβλεπαν την κυβέρνηση να τους καταστρέφει τη ζωή, το μέλλον των παιδιών τους, τη χώρα τους, έπρεπε να υπομείνουν σιωπηλοί; Ή μήπως έπρεπε να περιμένουν να το συζητήσουν ευγενικά με τον πολιτευτή της γειτονιάς; Σίγουρα -κατ’ αυτούς- δεν έπρεπε να διαδηλώσουν στο Σύνταγμα, δεν έπρεπε να νιώσουν οργή. Δεν έπρεπε, σε τελική ανάλυση, να αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους από τα δύο παρακμασμένα κόμματα που τους κατέστρεψαν, γιατί αυτό είναι λαϊκισμός και ισοπέδωση.

Το ότι οι χρυσαυγίτες στην πλατεία ήταν μία ισχνή μειοψηφία, την οποία οι περισσότεροι διαδηλωτές ούτε που αντιλήφθηκαν μέσα στο ποτάμι της λαϊκής οργής που ξεχείλιζε, το παραβλέπουν γιατί δεν εξυπηρετεί την προπαγανδιστική τακτική τους. Αλλά αυτός ήταν ένας από τους πρωταρχικούς σχεδιασμούς τους εξαρχής. Γιατί από την αρχή, αρκετοί από αυτούς, πίστεψαν ότι η «Χρυσή Αυγή» θα τους εξυπηρετούσε στα σχέδια τους να σπιλώσουν κάθε δίκαιη αντίδραση απέναντι στην πολιτική των μνημονίων. Θα εμφάνιζαν τη «Χρυσή Αυγή» ως αντισυστημική αντιμνημονιακή δύναμη (και όχι ως εγκληματική ναζιστική οργάνωση-δεκανίκι του συστήματος, που είναι) προκειμένου να ταυτίζουν τη λαϊκή αγανάκτηση με τη φιλοναζιστική δράση.

Και τα λένε αυτά ποιοι; Οι πραγματικοί ηθικοί αυτουργοί. Αυτοί που άνοιξαν το δρόμο στη «Χρυσή Αυγή», εξευτελίζοντας τη δημοκρατία. Γιατί όπου υπάρχει κουλτούρα σεβασμού των δημοκρατικών θεσμών, δεν ανθεί ο φασισμός. Το λίπασμα είναι η καταπάτηση της δημοκρατίας και το έβαλαν τα δύο κόμματα που συγκυβερνούν. Ο Γ.Παπανδρέου παραχώρησε την εθνική και τη λαϊκή κυριαρχία της χώρας, χωρίς να έχει καμία πολιτική νομιμοποίηση να το πράξει. Στη συνέχεια ο Α.Σαμαράς εξελέγη με τη λαϊκή εντολή να αλλάξει την πολιτική των μνημονίων, αλλά την εφάρμοσε αδιαμαρτύρητα οδηγώντας στη φτωχοποίηση ακόμα μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού, χρησιμοποιώντας ακόμα και βία και καταστολή. Οι βουλευτές έγιναν ντεκόρ. Δήλωναν ότι διαφωνούν και στη συνέχεια ψήφιζαν τους νόμους –πολλές φορές μη γνωρίζοντας καν τι ψηφίζουν Μετά ήρθαν τα αντισυνταγματικά προεδρικά διατάγματα, οι αντισυνταγματικές απολύσεις, το αντισυνταγματικό κλείσιμο της ΕΡΤ… Με ποια πολιτική νομιμοποίηση όλα αυτά; Με ποια λαϊκή εξουσιοδότηση; Με καμία. Ας ανοίξει ο κόσμος να διαβάσει ξανά το ελληνικό Σύνταγμα για να δει πόσα άρθρα του έχουν καταπατήσει και καταπατούν κάθε μέρα. «Οι συνταγματολόγοι σε λίγο δεν θα έχουμε αντικείμενο» σχολίαζε πριν από λίγο καιρό ο συνταγματολόγος. Α. Δημητρόπουλος.

Ποιοι καταπάτησαν τους θεσμούς; Ποιοι καλλιέργησαν την κουλτούρα της ανομίας και της ατιμωρησίας; Ποιοι δίδαξαν την περιφρόνηση της δημοκρατίας; Αυτοί που κυβερνούσαν και κυβερνούν ήταν που άνοιξαν τις πόρτες στον φασισμό. Ας μην παριστάνουν τους αθώους λοιπόν και ας αναλογιστούν τις ευθύνες τους. Ο κίνδυνος στον οποίο βρισκόμαστε είναι μεγάλος. Ας μη ζητάνε και τα ρέστα αυτοί που μας έριξαν σε αυτόν.
                                                                                                       της Βασιλικής Σιούτη (από εδώ)

17/7/13

Και πάλι για το παράγγελμα Wstawać - του Κώστα Δεσποινιάδη






Ο κάπως παράξενος τίτλος της ομιλίας μου είναι μια ευθεία αναφορά σε ένα ποίημα του Πρίμο Λέβι, ενός από τους επιζήσαντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης και συγγραφέα μεταξύ άλλων του συγκλονιστικού βιβλίου Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. ΄Αγρα). Σας το διαβάζω και θα καταλάβετε αμέσως το γιατί.

 Ονειρευόμασταν στις άγριες νύχτες
όνειρα βίαια και πυκνά,
 ονειρευόμασταν με την ψυχή και το σώμα
να γυρίσουμε, να φάμε, να εξιστορήσουμε.
΄Ωσπου αντηχούσε κοφτά, σιγανά
το παράγγελμα που συνόδευε την αυγή
 «Wstawać»
 και ράγιζε την καρδιά μας
 Τώρα που ξαναβρήκαμε τα σπίτια μας,
 τώρα που χορτάσαμε την κοιλιά μας,
και οι αφηγήσεις μας στέρεψαν όλες,
 σήμανε η ώρα. ΄Οπου να ’ναι θα ακούσουμε πάλι
 το ξενικό παράγγελμα: «Wstawać»
 Πρίμο Λέβι, «Η ανακωχή», 11 Ιανουαρίου 1946


Το παράγγελμα Wstawać που αναφέρει ο Πρίμο Λέβι, ήταν το παράγγελμα «εγέρθητι» στα πολωνικά, που άκουγαν κάθε πρωί οι έγκλειστοι του ΄Αουσβιτς.

 Το εφιαλτικό παράγγελμα σηματοδοτούσε για τους κρατουμένους την επιστροφή στον καθημερινό, ατέρμονο εφιάλτη της «ζωής» στο στρατόπεδο, το ξεκίνημα μιας ακόμα μέρας που όλοι ήξεραν ότι μπορεί να ήταν η τελευταία τους, και τη διακοπή της μοναδικής ανάπαυλας –του ύπνου– μέσα στην κόλαση του εγκλεισμού. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του ο Πρίμο Λέβι «προβλέπει» στο ποίημά του, ότι το παράγγελμα θα ακουστεί ξανά, η κτηνωδία θα επιστρέψει.

 Μοιραία θυμήθηκα το ποίημα του Λέβι μετά το γνωστό περιστατικό με το «εγέρθητι» που ακούστηκε στα επινίκια των νεοναζί.

 Η κατάσταση στην Ελλάδα εδώ και καιρό θυμίζει γερμανικό μεσοπόλεμο, όπως αυτός έχει αποτυπωθεί στο εξαιρετικό BerlinAlexanderplatz του Ντέμπλιν και στην ομώνυμη ταινία του Φασμπίντερ.

 Τι είναι ωστόσο αυτό που έχουμε μπροστά μας; Η απάντηση δεν είναι εύκολη και η αντιμετώπιση του φαινομένου δύσκολη· στον φασισμό είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς με ορθολογικά και έλλογα επιχειρήματα, γιατί τα δικά του επιχειρήματα –όπως έλεγε ο Μουσολίνι– είναι οι γροθιές του. Θα επιχειρήσω να θίξω ορισμένες μόνο πλευρές του φαινομένου.

Ο Χορκχάιμερ σε μια γνωστή του φράση έλεγε πως όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό, δεν πρέπει επίσης να μιλά και για τον φασισμό»2

 ΄Ενα πράγμα, λοιπόν, που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι ο φασισμός αποτελεί οργανική τάση του καπιταλισμού που αναδύεται σε συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Δεν αποτελεί ατύχημα της ιστορίας. Ιστορικά, δεν αναπτύχθηκε ποτέ φασισμός σε μη καπιταλιστικές κοινωνίες (μπορεί να είχαμε άλλες μορφές ολοκληρωτισμού, αλλά όχι φασισμό). 

 Μίλησα, ωστόσο, για οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Πολλοί κάνουν το λάθος να θεωρούν την άνοδο του φασισμού στην Ελλάδα ως αποκλειστικό αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και ως ένα φαινόμενο που μας έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό. Σαφώς η οικονομική κρίση είναι προαπαιτούμενο. Σαφώς η ανεργία και η κοινωνική αποσύνθεση λειτουργούν ως δεξαμενές του φασισμού. ΄Ομως αυτή η εξήγηση από μόνη της δεν μου φαίνεται αρκετή. Γιατί άραγε δεν συνέβη το ίδιο στην Αργεντινή, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ισλανδία, χώρες που αντιμετώπισαν παρόμοια ή χειρότερα φαινόμενα οικονομικής κρίσης; Προτού ο φασισμός γίνει μια νομιμοποιημένη πολιτική επιλογή, είχαν προηγηθεί διάφορα στην ελληνική κοινωνία που καλό είναι να μην τα ξεχνάμε και να μην τα παραβλέπουμε. Η φτώχεια από μόνη της δεν οδηγεί ούτε στον φασισμό ούτε στον κρετινισμό.

 Στην Ελλάδα δυστυχώς το έδαφος είχε προετοιμαστεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η ελληνική κοινωνία έχει σε μεγάλο βαθμό ένοχη συνείδηση, κι ας προσπαθεί επίμονα να παριστάνει ότι δεν θυμάται. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα φαινόμενα:

 -Εθνικιστικές εξάρσεις με αφορμή το Μακεδονικό.

 -Αντιμεταναστευτικό (και ιδίως αντιαλβανικό) μένος με τα πρώτα κύματα μεταναστών (που έφτασε στο σημείο να δικαιολογεί ακόμα και τη δολοφονία μεταναστών για ένα κλεμμένο καρπούζι), σε εποχές που η οικονομία διένυε υποτίθεται περίοδο ευμάρειας και οι μετανάστες λειτουργούσαν ως κάρβουνο στην ατμομηχανή του «ελληνικού θαύματος».

-Στυγνή εκμετάλλευση γυναικών από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ, με αγαστή συνεργασία σωματεμπόρων και πελατών.

 -΄Ενας μεταμοντέρνος μεγαλοϊδεατισμός με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και κάποιες πρωτιές σε ποδοσφαιρικές διοργανώσεις, που δικαιολογούσε πογκρόμ και λυντσαρίσματα αλλοδαπών αν η ποδοσφαιρική τους ομάδα τολμούσε να κερδίσει την ελληνική (και σε άλλες χώρες διοργανώθηκαν Ολυμπιακοί Αγώνες, και άλλες χώρες κέρδισαν ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, αλλά δεν υπήρξαν ανάλογα φαινόμενα).

 -Μια διάχυτη στα ΜΜΕ lifestyle τσογλανιά, συνοδευόμενη από γκλαμουριά και έναν χυδαίο νεοπλουτισμό που εκδηλωνόταν με διάφορες αφορμές στην ιδιωτική και δημόσια ζωή, σε συνδυασμό με μια σκανδαλωδώς μεγάλη ποσότητα ρατσιστικού λόγου που διακίνησε και ανέχτηκε η ελληνική κοινωνία.

 -Αντιμετώπιση των περιθωριακών και των μεταναστών με όρους υγειονομικούς (όπως για παράδειγμα στην απεργία πείνας των 300 μεταναστών, στην ιστορία με τις ιερόδουλες κ.ά.)


 Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σταθώ λίγο και να θυμίσω ότι ο Φουκώ κάπου λέει ότι «οι Ναζί διέπονταν από το πνεύμα της καθαρίστριας: ήθελαν να καθαρίσουν την κοινωνία από οτιδήποτε θεωρούσαν ανθυγιεινό, ρυπαρό, βρώμικο: τους συφιλιδικούς, τους Εβραίους, τους ομοφυλόφιλους, όσοι δεν ήταν άριοι, τους μαύρους, τους τσιγγάνους, τους τρελούς. Πίσω από το όνειρο των Ναζί βρίσκεται το απόλυτο μικροαστικό όνειρο της φυλετικής υγιεινής.»3

 Αυτό εν πολλοίς συνέβη και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

 Η πολιτική ελίτ είτε σκόπιμα είτε από ανεπάρκεια, έθεσε το ζήτημα των μεταναστών και μια σειρά άλλα κοινωνικά ζητήματα με όρους υγειονομικούς (θυμίζω φράσεις όπως «υγειονομική βόμβα»), πέταξε τη μπάλα στο γήπεδο των Ναζί δηλαδή, και τους άφησε να κάνουν τη βρώμικη δουλειά. Και μάλιστα, πολλές φορές ήταν οι φασίστες που έβαζαν τα ζητήματα της πολιτικής ατζέντας. ΄Οταν το κράτος έρχεται σήμερα να μιλάει για θέματα που οι νεοναζί έθεταν από το ’90, υιοθετώντας μάλιστα την ρητορική τους, είναι λογικό ότι οι τελευταίοι θα βγουν κερδισμένοι.

 Την πολιτική υπεραξία των όσων περιέγραψα παραπάνω νομίζω ότι καρπώθηκε η Χρυσή Αυγή όταν το επέτρεψαν οι οικονομικές συνθήκες και οι μέχρι τότε παραδοσιακοί διαχειριστές της εξουσίας στην Ελλάδα απονομιμοποιήθηκαν στα μάτια των πρώην ψηφοφόρων τους.

 ΄Ενα επιπλέον δεδομένο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει και που τρόπον τινά δίνει ένα «πλεονέκτημα» στον φασισμό στις παρούσες συνθήκες είναι ότι ουσία του ολοκληρωτισμού είναι η συγχώνευση πολιτικής και οικονομίας (αυτό δηλαδή που εν πολλοίς ζούμε σήμερα).

 Το ότι ο φασισμός ποτέ δεν τα έβαλε με το μεγάλο κεφάλαιο αλλά και το ότι παρουσιαζόταν πάντα διπρόσωπος σε σχέση με τα συμφέροντα των εργατών (ας μην ξεχνάμε για παράδειγμα την απαγόρευση των εργατικών συνδικάτων από τον Χίτλερ), τον καθιστούν μια επιλογή που οι κυρίαρχες ελίτ δεν αποκλείουν σε συνθήκες ακραίας κρίσης.

 Και αν τελικά βρεθούμε μπροστά στο δίλλημα: «Συνολική Επαναστατική Ανατροπή ή Φασισμός» είναι βέβαιο πως οι ελίτ θα επιλέξουν το δεύτερο. Ο φασισμός είναι η τελευταία εφεδρεία του συστήματος και γι’ αυτό άλλωστε η πιο κτηνώδης.

 Εύγλωττα σημάδια αυτού μπορούμε ήδη να διακρίνουμε στη στάση φιλελεύθερων διανοουμένων και δημοσιογράφων και στις μετατοπίσεις του δημόσιου λόγου τους τον τελευταίο καιρό. Το πρώτιστο ζήτημα για αυτούς είναι η διατήρηση και ενίσχυση ενός αδηφάγου καπιταλιστικού συστήματος, που μπορεί να ισοπεδώνει κοινωνίες ολόκληρες αλλά εξυπηρετεί τα γιγαντωμένα οικονομικά συμφέρονται που πάντα εξυπηρετούσε και των οποίων υπάλληλοι είναι αυτοί. Το ποια πολιτικά μορφώματα θα χρησιμοποιηθούν για αυτόν τον σκοπό, είναι –σε οριακές συνθήκες– δευτερεύον.

 ΄Αλλωστε, ως προληπτικό θεωρητικό όπλο στην (μακρινή έστω) προοπτική του διλήμματος που προανέφερα (δηλαδή του διλήμματος Επανάσταση ή Φασισμός) έπεσε στο τραπέζι ως ξαναζεσταμένη σούπα η περιβόητη θεωρία των δύο άκρων. Η ειρωνεία είναι ότι μιλάνε για «άκρα» αυτοί που την ίδια στιγμή εφαρμόζουν και επικροτούν τις πιο ακραίες και ανελέητα καταστροφικές ντιρεκτίβες των ατσαλάκωτων γιάπηδων των διεθνών τραπεζο-οικονομικών ερπυστριών που ισοπεδώνουν κοινωνίες ολόκληρες.

 Παράλληλα, βέβαια, με την προορισμένη για μαζική κατανάλωση θεωρία των δύο άκρων, το ελληνικό σύνταγμα, όπως και τα περισσότερα ευρωπαϊκά αστικά συντάγματα άλλωστε, έχει προβλέψει και έχει επιλέξει με ποιο «άκρο» θα συνταχθεί όταν και αν έρθει εκείνη η ώρα. ΄Αλλωστε στο άρθρο 48 του Ελληνικού Συντάγματος προβλέπεται ρητά η κήρυξη Κατάστασης Εκτάκτου Ανάγκης. Προβλέπεται δηλαδή υπό ποιες συνθήκες μπορούν να αρθούν βασικές διατάξεις του Συντάγματος και κατ’ ουσίαν να ζήσουμε μια περίοδο συνταγματικής εκτροπής (και αυτές οι συνθήκες, όπως τις ορίζει το Σύνταγμα, δεν απέχουν πολύ από αυτά που ζούμε ή μπορεί να ζήσουμε στο εγγύς μέλλον)

Και φυσικά, σε επίπεδο συμβολισμού, δεν είναι τυχαίο ότι το άρθρο 48 ήταν ακριβώς εκείνο το άρθρο στο σύνταγμα της Βαϊμάρης που επέτρεψε στον Χίτλερ να κηρύξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης αμέσως μόλις κέρδισε τις εκλογές του ’33, μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που δεν αναιρέθηκε καθόλη τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ.

 ΄Ολα αυτά συνομολογούν αυτό που εύγλωττα έγραψε πριν από χρόνια ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: ότι η καλύτερη άμυνα της αστικής δημοκρατίας είναι η αυτοκατάργησή της.

Τίθεται, λοιπόν, πιεστικά το ερώτημα τι πρέπει να κάνουμε;

Σαφώς δεν είμαι εδώ για να δώσω συμβουλές σε κανέναν. Δύο πράγματα όμως θα ήθελα να επισημάνω: Το πρώτο: δεν πρέπει επουδενί να επικρατήσει ο φόβος. Για κάθε βήμα που εμείς θα κάνουμε πίσω, θα κάνουν οι φασίστες ένα ή δέκα βήματα μπροστά. Το δεύτερο και πολύ σημαντικό είναι να μην υποτιμήσουμε τον φασισμό. Δυστυχώς είναι επιβεβαιωμένο ιστορικά αυτοί που θα έπρεπε να βρίσκονται απέναντί του είχαν την τάση πάντα να τον υποτιμούν. Θυμίζω τις δηλώσεις της Αλέκας Παπαπαρήγα πριν τις εκλογές που αφελώς έλεγε ότι μόλις οι ναζί μπουν στη βουλή θα φορέσουν τα κοινοβουλευτικά τους κοστούμια και θα κάτσουν φρόνιμα· λίγες μέρες μετά, έγινε το γνωστό επεισόδιο με τον Κασιδιάρη και την Κανέλλη. Η απάντηση βέβαια στην... τρομερή πολιτική διορατικότητα της Αλέκας Παπαρήγα είχε δοθεί πολλά χρόνια πριν, από τα πλέον αρμόδια χείλη. Σας διαβάζω:

«Είμαστε κόμμα αντικοινοβουλευτικό. Μπαίνουμε στη Βουλή για να μας εφοδιάσει το οπλοστάσιο της δημοκρατίας με τα δικά του όπλα. Αν η δημοκρατία είναι τόσο ηλίθια που γι’ αυτή τη δουλειά να μας δώσει κάρτες δωρεάν μετακίνησης και μισθούς, δικό της πρόβλημα. Αν πετύχουμε να εκλεγούν στα διάφορα κοινοβούλια εξήντα ως εβδομήντα υποκινητές και οργανωτές από το κόμμα μας, θα πληρώνει για την αγωνιστική μας οργάνωση η ίδια η πολιτεία. Κι ο Μουσολίνι μπήκε στη βουλή. Λίγο αργότερα, όμως, παρήλαυνε στη Ρώμη με τους Μελανοχίτωνές του. Αν δεν πετύχουμε να έχουν ασυλία οι πιο επικίνδυνοι άνδρες μας, αργά ή γρήγορα θα βρεθούν όλοι πίσω απ’ τα σίδερα. Θα συμβεί αυτό αν έχουν ασυλία; Βεβαίως, αλλά μέχρι τότε θα έχει περάσει αρκετό διάστημα, και εν τω μεταξύ οι προστατευμένοι από την ασυλία πρόμαχοι της πίστης μας θα έχουν βρει το χρόνο και την ευκαιρία να διευρύνουν το αγωνιστικό μας μέτωπο, έτσι που ο περιορισμός τους και το φίμωμα του δημόσιου κηρύγματός τους να μην μπορεί να γίνει όπως θα ευχόταν η δημοκρατία. Δεν ερχόμαστε ούτε ως φίλοι ούτε και ως ουδέτεροι. Ερχόμαστε ως εχθροί! Όπως επιτίθεται ο λύκος στα πρόβατα, έτσι ερχόμαστε».

Τα λόγια είναι του Γιόζεφ Γκέμπελς, γραμμένα στις 30 Απριλίου του 1928, στην εφημερίδα DerAngriff.



Πρέπει να το καταλάβουμε. Ο φασισμός δεν είναι ούτε μόδα, ούτε κάτι που, απ’ τη στιγμή που θα δυναμώσει, είναι εύκολο να καταπολεμηθεί. Ο φασισμός, δυστυχώς, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι πάντα συνειδητή επιλογή ενός κομματιού της κοινωνίας, και όχι πλάνη. ΄Αλλωστε, το σχεδόν ισόποσα κατανεμημένο πανελλαδικά ποσοστό της Χρυσής Αυγής στις πρόσφατες εκλογές το αποδεικνύει. Η Χρυσή Αυγή δεν συγκέντρωσε υψηλά ποσοστά μόνο σε περιοχές με συσσωρευμένα προβλήματα, αλλά ακόμα και σε χωριά και κωμοπόλεις με χαμηλή ανεργία, σε χωριά και κωμοπόλεις χωρίς γκετοποιημένες περιοχές και υψηλή εγκληματικότητα, όπου δεν συντρέχει κανένας από τους υποτιθέμενους «αντικειμενικούς» λόγους ανόδου των νεοναζί.

 Σήμερα διαθέτουμε καταγεγραμμένη ολόκληρη της ιστορία του 20ού αιώνα. Ξέρουμε τι έγινε και τι μπορεί να ξαναγίνει. ΄Οποιος κάνει πως δεν βλέπει και πως δεν καταλαβαίνει ας μην παριστάνει μετά τον αθώο του αίματος. Η «Ανακωχή», για να θυμηθούμε, ξανά τον Πρίμο Λέβι, δείχνει να τελειώνει. Η οικονομική κρίση, τα στρατόπεδα «φιλοξενίας», κατά την ευφάνταστη οργουελική φρασεολογία, οι στρατιές των απόκληρων που ζουν στο όριο της ανθρώπινης υπόστασης, ο κοινωνικός κανιβαλισμός, η αντιμετώπιση των περιθωριακών και των μεταναστών με όρους υγειονομικούς, τα καθημερινά πογκρόμ και λυντσαρίσματα, το φάσμα της εκμηδένισης ολόκληρων πληθυσμών είναι μερικές μόνο ψηφίδες μιας εικόνας που πλέον γίνεται πεντακάθαρη. ΄Ηδη ακροδεξιοί και φιλελεύθεροι προτείνουν ανοιχτά να επιτραπεί η οπλοφορία, ώστε τα σύγχρονα freikorps –που σχεδόν καθημερινά πλέον επιδίδονται σε αντιμεταναστευτικά πογκρόμ– να αποκτήσουν και θεσμική κατοχύρωση.

 Δεν ξέρουμε ποιο θα είναι το επίσημο όνομα του φασισμού που έρχεται αλλά ξέρουμε τι θα κάνει. Το βλέπουμε ήδη γύρω μας. Ο Μπένγιαμιν, ένα ακόμα από τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, πρόλαβε και μας προειδοποίησε: «Αν ο εχθρός νικήσει, ούτε οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς στους τάφους τους. Και αυτός ο εχθρός δεν έχει σταματήσει να νικά»

Καιρός είναι να τον κάνουμε να ηττηθεί.


1 Ομιλία στις 10-11-2012, στα πλαίσια αντιφασιστικού τριημέρου που διοργάνωσαν η Αντιεξουσιαστική Κίνηση Θεσσαλονίκης, η Ομάδα Προσβασιμότητας, το Thessaloniki Pride, το στέκι μεταναστών YOL και το Παρατηρητήριο για τα δικαιώματα στο χώρο της ψυχικής υγείας

2 Βλ. Μαξ Χορκχάϊμερ, Οι Εβραίοι και η Ευρώπη, μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. ΄Ερασμος.

 3 Βλ. Μισέλ Φουκώ, «Μαρκήσιος Ντε Σαντ. Ο λοχίας του σεξ», μτφρ. Κ. Δεσποινιάδης, Πανοπτικόν τχ. 12, Ιανουάριος 2009.


                                                        ένα κείμενο του  Κώστα Δεσποινιάδη (από εδώ)
 
 [Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σημειώσεις της Στέπας», τχ. 3, Ιούνιος 2013]


30/6/13

Habeas Corpus. Κώστας Σακκάς - της Συντακτικής Επιτροπής των "Ενθεμάτων"




Τρία είναι τα θεμελιώδη, εκ των ων ουκ άνευ, γνωρίσματα ενός κράτους δικαίου όσον αφορά τη δικαιοσύνη. Πρώτον, η ισότητα απέναντι στον νόμο: ο νόμος (τυπικά τουλάχιστον) ισχύει για όλους με τον ίδιο τρόπο: είτε είσαι πλούσιος είτε πένης, βασιλεύς ή στρατιώτης, δεξιός, αριστεροδέξιος ή αναρχικός. Δεύτερον, το τεκμήριο της αθωότητας: το δικαστήριο είναι το μόνο που έχει την εξουσία να δικάσει και να καταδικάσει, πολλώ δε μάλλον να στερήσει την ελευθερία· γι’ αυτό και στην προφυλάκιση (έννοια αφεαυτής επαχθής) μπαίνουν ανώτατα όρια. Τρίτον, η δικαιοσύνη απονέμεται σε εύλογο διάστημα, και όχι σε «τρία τέρμινα», κατά το δοκούν των κρατούντων. Και τα τρία δηλαδή γνωρίσματα που έχουν θριαμβευτικά τσαλαπατηθεί στην υπόθεση του αναρχικού Κώστα Σακκά, κατηγορούμενου για συμμετοχή στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς: συμπληρώνει σήμερα τριάντα μήνες και είκοσι εφτά  μέρες προφυλάκισης, πέρα από κάθε συνταγματικό όριο, ενώ προχθές, με προκλητικά παράνομη και αντισυνταγματική απόφαση του Συμβουλίου Εφετών, η κράτησή του παρατάθηκε ένα ακόμα εξάμηνο.Απλά, απλούστατα: η κράτηση οποιουδήποτε έστω και μία μέρα πάνω από το ανώτατο συνταγματικά όριο θα έπρεπε να προξενεί ταραχή και τρόμο στους ιθύνοντες για την καταπάτηση ενός τόσο βασικού δικαιώματος (και δευτερευόντως για τις συνακόλουθες καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο), και ο άνθρωπος θα έπρεπε να ελευθερωθεί πανηγυρικά την μεθεπόμενη, με κάμποσες συγγνώμες, ίσως και καμιά παραίτηση. Όχι μόνο δεν συνέβη τίποτα τέτοιο, αλλά ο Σακκάς αναγκάστηκε να ξεκινήσει απεργία πείνας διεκδικώντας το στοιχειωδέστατο δικαίωμά του.

Θα έπρεπε να ντρέπονται οι πάντες, εκτός ίσως των ακροδεξιών, γι’ αυτό. Να αισχύνονται οι δικαστικοί, να έχουν φρυάξει οι δικηγορικοί σύλλογοι, να έχουν χάσει τον ύπνο τους οι ιθύνοντες σε κυβέρνηση και διευθυντήρια υπουργείων Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη (καθώς, μάλιστα, και ο Γεράσιμος Τσάκαλος, κατηγορούμενος για την ίδια υπόθεση, συμπληρώνει 32 μήνες προφυλάκισης!). Όμως, όχι μόνο δεν έγιναν αυτά, αλλά η ΝΔ βρήκε άλλη μια φτηνή ευκαιρία να υπεραμυνθεί ενός ρόλου θιγμένου πλην πατριώτη, άρα και δικαιολογημένα παρανομούντος, χωροφύλακα (όπως και στην περίπτωση της ΕΡΤ), κατηγορώντας όποιον διαμαρτύρεται –κατά προτίμηση τον ΣΥΡΙΖΑ– ως υπερασπιστή «τρομοκρατών» και (επί λέξει) «κατηγορούμενων για αναρχία»! Η δημαγωγία βέβαια είναι το έλασσον, μπροστά στο μείζον: τη συστηματική και εκ προθέσεως καταπάτηση νόμων και Συντάγματος απέναντι σε οτιδήποτε νοείται ως εμπόδιο, συμπεριλαμβανομένων όλων των δικαιωμάτων (ανθρώπινων, εργασιακών, κοινωνικών κ.ο.κ.). Είναι ολοφάνερο, για άλλη μια φορά, πώς, με αυτή την ακροδεξιά Δεξιά δεν υπάρχει σωτηρία. Ζούμε ήδη τα ζοφερά, ας ετοιμαζόμαστε για τα χειρότερα.

ΥΓ. Όταν μαθαίναμε στο σχολείο για το habeas corpus, του 12ου αιώνα, νομίζαμε ότι σήμερα πλέον έχει αξία ισοδύναμη με τα Regina rosas amat, Dum spiro spero κ.ο.κ. Χρειάστηκε το έτος 2013, για να ξεσκονίσουμε εκείνα τα λατινικά, αλλάζοντας γνώμη.

             κείμενο της Συντακτικής Επιτροπής των "Ενθεμάτων" (από εδώ)

16/6/13

Ο μηδενισμός της ωμότητας - του Γιάννη Σταυρακάκη




  Τρία παραδείγματα έκπτωσης της κυριαρχίας:
λάθη Δ.Ν.Τ., πετρέλαιο θέρμανσης, Ε.Ρ.Τ

 Η Ελλάδα χωρίς δημόσια ραδιοτηλεόραση

Η πρόσφατη απόφαση για το κλείσιμο της Ε.Ρ.Τ. αποτέλεσε σοκ για πολλούς εξαιτίας του ωμού συμβολισμού της. Ωστόσο, αν και αποτελεί σοβαρή κλιμάκωση μιας πολυετούς επιχείρησης «σοκ και δέους», δεν αποτελεί φυσικά κεραυνό αν αιθρία. Το ξαφνικό και βίαιο μαύρισμα της οθόνης συμπύκνωσε έναν μηδενισμό της κυριαρχίας που χαρακτηρίζει τις ασκούμενες πολιτικές εδώ και αρκετό καιρό, πάντα υπό την αιγίδα της ευρωπαϊκής επιτροπείας.


Ενώ στις απαρχές της κρίσης η επιβολή του μνημονιακού πακέτου φάνηκε να προϋποθέτει την επένδυσή του με κάποιο νόημα ικανό να διεκδικήσει ένα ελάχιστο ηγεμονικής συναίνεσης –έστω και μέσω της ενοχοποίησης, της παθολογικοποίησης, του ηθικισμού και του φόβου–, το τελευταίο διάστημα οι ενδείξεις στοιχειοθετούν το πέρασμα σε μια νέα φάση. Η λήψη των αποφάσεων δεν θεμελιώνεται πια στο όποιο νόημά τους, στη συναίνεση που κερδίζουν –έστω και εκβιαστικά–, αλλά στην ίδια τους την ωμή επιβολή. Δεν δικαιολογεί πια η ασθένεια τη θεραπεία και η ενοχή την τιμωρία. Θεραπεία και τιμωρία αυτονομούνται και πλήττουν με ασυνήθιστη ωμότητα ασθενείς και υγιείς, δικαίους και αδίκους, συχνά χωρίς την ανάγκη οποιασδήποτε πειστικής δικαιολόγησης. Έτσι, όμως, η πολιτική διαχωρίζεται από κάθε νοηματικό περιεχόμενο και η κυριαρχία εκπίπτει σε ωμό καταναγκασμό. Απογυμνωμένα πλέον από κάθε έλλογο έρεισμα, τα μέτρα που ασκούνται δεν εξυπηρετούν παρά την ίδια την εδραίωση ενός μηδενιστικού συστήματος κυριαρχίας διά της ωμότητας που υποβιβάζει τους πολίτες σε υποζύγια.


Παραδείγματα τούτης της έκπτωσης είχαμε αρκετά τον τελευταίο καιρό. Είναι εύκολο να ανακαλέσουμε τουλάχιστον δύο στα οποία –παραδόξως– μοιάζει να συμφωνεί σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Το πρώτο αφορά την ομολογία λαθών από μεριάς του Δ.Ν.Τ. Μπροστά σε μια τόσο εντυπωσιακή ομολογία αποτυχίας και ενάντια σε κάθε λογική, η στάση των ευρωπαϊκών και διεθνών θεσμών παραμένει η ίδια, όπως την είχε εμβληματικά αποτυπώσει στο παρελθόν η Κριστίν Λαγκάρντ: «implementation, implementation, implementation»! Με άλλα λόγια, η επιβολή μιας σειράς μέτρων αυτονομείται από την αποτελεσματικότητά τους και την οποιαδήποτε νομιμοποίησή τους.


Η ίδια μηδενιστική ωμότητα σημαδεύει ένα ακόμη πρόσφατο συμβάν: την αύξηση της φορολογίας στο πετρέλαιο θέρμανσης. Αν και ο χειμώνας που μας πέρασε απέδειξε τα καταστροφικά αποτελέσματα του ανάλγητου αυτού μέτρου (αποστέρηση του μέσου πολίτη από την επαρκή κάλυψη της βασικής ανάγκης για θέρμανση και πραγματική εξαθλίωση των αδυνάτων, κατάρρευση της ζήτησης και μείωση των αντίστοιχων κρατικών εσόδων, επιδείνωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, αποψίλωση των δασών κ.λπ.), κανείς δεν φαίνεται ικανός να το αναιρέσει. Τίποτε, ωστόσο, δεν το νομιμοποιεί πέρα από την ίδια τη μηδενιστική ωμότητά του.


Είναι προφανές ότι ο τύπος εξουσίας που οροθετούν τα μέτρα αυτά δεν στηρίζεται στην ηγεμονία (στην οργάνωση δηλαδή της συναίνεσης), δεν μετέρχεται την πειθώ, δεν βγάζει νόημα. Πρόκειται για μια απογυμνωμένη εξουσία που στηρίζεται στον πόνο και την ωμότητα για να προκαλέσει το πλεόνασμα μιας α-νόητης απόγνωσης στην οποία ποντάρει τη φαταλιστική αποδοχή της. Αν συμβολίζει κάτι μια τέτοια εξουσία είναι έναν ντεσιζιονισμό [αποφασιοκρατία] που δεν είναι απλώς μετα-δημοκρατικός αλλά πρόδηλα αυταρχικός. Γι αυτό, εξάλλου, η κορύφωση της ενάσκησής της με την απόφαση για την Ε.Ρ.Τ. και το μαύρισμα της οθόνης κινητοποίησε τα αντανακλαστικά κάθε δημοκρατικού πολίτη, έγινε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.


Και όχι μόνο αυτό. Οι πολίτες δεν περιορίστηκαν σε μια απλή αντανακλαστική αντίδραση «για την τιμή των όπλων». Ούτε έπεσαν στην παγίδα της αναπαραγωγής του μηδενισμού της κυριαρχίας. Αντιθέτως, αντέδρασαν με επινοητικότητα, εμπνεόμενοι από τη δημιουργική ορμή της αλληλεγγύης. Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες μέρες το διαδικτυακό πρόγραμμα της Ε.Ρ.Τ. ξέρει σε τι ακριβώς αναφέρομαι: στην απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων χιλιάδων ανθρώπων, δημοσιογράφων και καλλιτεχνών, επιστημόνων και απλών πολιτών, που πραγματώνουν και περιφρουρούν στο σήμερα το όραμα μιας δημόσιας τηλεόρασης ανεξάρτητης και συμμετοχικής, χωρίς ταμπού και δουλείες, με επίγνωση του πολιτισμικού ρόλου και της δημοκρατικής σημασίας της.


Τέλος, η απόφαση για την Ε.Ρ.Τ. κατέδειξε σε μια μουδιασμένη Ευρώπη τις αναπόδραστες συνεπαγωγές του μηδενισμού της ωμότητας, τον οποίο οι ίδιοι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είχαν de facto επικυρώσει ή και επιβάλει. Έτσι, για πρώτη φορά το ελληνικό διακύβευμα καταγράφηκε τόσο καθαρά ως αυτό που όντως είναι, δηλαδή ως ζήτημα δημοκρατίας. Τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη πρόκειται για μια κρίσιμη καμπή που θα κρίνει, σε μεγάλο βαθμό, το (δημοκρατικό ή αυταρχικό) μέλλον μας...

                                                                              του Γιάννη Σταυρακάκη (από εδώ)

13/6/13

ΕΡΤ: η κυβέρνηση δεν τηρεί πια ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα νομιμότητας - της Αθηνάς Αθανασίου




Η Ελλάδα χωρίς δημόσια ραδιοτηλεόραση

Η διακοπή του σήματος της Ε.Ρ.Τ. και η απόλυση των 2.656 εργαζομένων της προκαλεί τρόμο και οργή. Η απόφαση της κυβέρνησης να κλείσει τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, και μάλιστα με πράξη νομοθετικού περιεχομένου χωρίς κοινοβουλευτική διαβούλευση και έγκριση, είναι πρωτοφανούς αυταρχισμού. Είναι μια οριακή στιγμή στην πορεία κοινωνικής καταστροφής. 


Δείχνει ότι αυτή η κυβέρνηση δεν τηρεί πια ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα νομιμότητας. Έχει περάσει για τα καλά στο «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Έχει δυσανεξία στη δημόσια και δημοκρατική ενημέρωση, στα δημόσια αγαθά, στον πολιτισμό, στην κριτική, στην πολυφωνία, στα αρχεία, στα μουσικά σύνολα, στην ελεύθερη σκέψη και δημιουργία… Μισεί τη δημοκρατία, μάχεται την κοινωνία. Λογοδοτεί μόνο στην εξουσία των ιδιωτικών συμφερόντων. Είναι μια ακραία κυβέρνηση. Από την άποψη αυτή, είναι εντελώς εύγλωττο το γεγονός ότι η μαύρη οθόνη της δημόσιας τηλεόρασης στηρίχτηκε από τη νεοναζιστική ομάδα. Το μαύρο τούς ενώνει.


Καλλιεργώντας τον κοινωνικό αυτοματισμό μέσω της ρητορικής περί «βολεμένων» δημοσίων υπαλλήλων και «παρασιτικού δημοσίου τομέα», και αποκρύπτοντας τις πραγματικές ευθύνες (τους) για τις όποιες στρεβλώσεις στη λειτουργία της Ε.Ρ.Τ., αυτοί οι σημαιοφόροι της διαφθοράς και της πελατειακότητας υπηρετούν πιστά το νεοφιλελεύθερο και νεο-συντηρητικό πρόταγμα των ιδιωτικών συμφερόντων, της απεμπόλησης δικαιωμάτων, του κοινωνικού δαρβινισμού και εκφασισμού.


Αναρωτιέται κανείς: Για πόσο ακόμη θα μπορούν να εκφωνούνται στερεότυπες προσχηματικές και αυτο-αθωωτικές δηλώσεις του τύπου «Η ΔΗΜΑΡ διαφωνεί, αλλά…»;


Όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δηλώνει, με ψυχρό και ακροδεξιό απολυταρχισμό ότι «η Ε.Ρ.Τ. θα διακοπεί τα μεσάνυχτα», εμείς, ο λαός, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Η μάχη για την Ε.Ρ.Τ. είναι μια κρίσιμη μάχη για τη δημοκρατία, την κοινωνία και τον πολιτισμό.

                                                                          της Αθηνάς Αθανασίου (από εδώ)




24/5/13

Μόνο μυρίζοντας γιασεμί





Μπορείτε να δείτε εδώ το ντοκυμανταίρ του Γιάννη Οικονομίδη. 
Με αφορμή αυτό.

"Πρόκειται για μια ημίωρη ταινία γυρισμένη το 1994 στα γερμανικά κρατητήρια της Αθήνας στην πλατεία Κοραή, όπου μέσα από τις λεπτομέρειες του ερειπωμένου πια χώρου ανιχνεύονται η ιστορία αλλά και τα τραυματικά βιώματά του. Με το κείμενο του Μιχάλη Γκανά σε αφήγηση Γεράσιμου Σκιαδαρέση, το φιλμ εστιάζει στις ιστορίες των θυμάτων των Γερμανών, στοχεύοντας λιγότερο να τις καταγράψει με ιστορική λεπτομέρεια και περισσότερο ν’ αποδώσει το ανθρώπινο δράμα της κράτησης και της εξαθλίωσης" 
                                                                                                                                     (οι πληροφορίες από εδώ

19/5/13

Ο Κώστας Καρυωτάκης και η παράνομος απεργία




"Η υπαλληλική τάξις φρονεί ακόμη ότι το δικαίωμα της απεργίας δεν είναι αναγκαστική συνέπεια του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, καθ’ όσον η διεθνής και η ημετέρα υπαλληλική κίνησις έχει να μας παρουσιάση απειρίαν κατά μέρος δημοσιοϋπαλληλικών απεργιών, καίτοι οι απεργήσαντες υπάλληλοι εις ουδεμίαν υπαλληλικήν οργάνωσιν ανήκον, ουδ’ ίχνος υπαλληλικής οργανώσεως κατά την έκρηξιν της απεργίας υφίστατο. Η απεργία είναι καθ’ ημάς, εν γεγονός, εν είδος φυσικού φαινομένου, το οποίον λαμβάνει χώραν και εκρήγνυται όπως ο κεραυνός ή η καταιγίς. Είναι μία συσσώρευσις και συμπύκνωσις δυσαρεσκειών και απογοητεύσεων του μισθωτού, ο οποίος εις μίαν δεδομένην στιγμήν αγανακτήσεως και παραφοράς δεν έχει ανάγκην να έχη υπαλληλικήν οργάνωσιν όπως απεργήση˙ συνεννοείται σχεδόν αυτομάτως μετά των άλλων καταδυναστευομένων μισθωτών και η έκρηξις επέρχεται αυτομάτως. Επομένως, καθ’ ημάς, το ζήτημα της απεργίας δεν τίθεται, εάν ο υπάλληλος έχη δικαίωμα ή μη απεργίας από απόψεως δημοσίου δικαίου ή της κειμένης σωματειακής νομοθεσίας. Η απεργία είναι εν γεγονός το οποίον δεν εξετάζεται από απόψεως νομιμότητος, όπως δεν εξετάζει κανείς εάν βρέχη ή δεν βρέχη κατά Σύνταγμα ή κατά Νόμον, πεινά κανείς νομίμως ή δεν πεινά, έχομεν κυκλώνα ή θαλασσοταραχήν ή εκρήγνυται κεραυνός σύμφωνα με το Σύνταγμα ή με τους κειμένους νόμους και το υπαλληλο-σωματειακόν ισχύον δίκαιον. Περιττόν λοιπόν ευρίσκομεν τον κόπον του κ. αρχηγού των προοδευτικών Φιλελευθέρων να ζητή παραδείγματα εκ της Σοβιετικής Ρωσίας, διότι αν δεν βρέχη εις την Μόσχαν, βρέχει εις το Λονδίνον".

25-1-1928

Κώστας Καρυωτάκης
Γ.Γ. της ΕΔΥΑ (Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών) 

Βρήκαμε το κείμενο εδώ. Αξίζει επίσης να διαβαστεί το θαρραλέο κείμενο (αυτο-)κριτικής του Στρατή Μπουρνάζου σε σχέση με την αποτυχία της ματαιωθείσας απεργίας των εκπαιδευτικών -και όχι μόνο- εδώ.

13/5/13

Ευρώπη: ένα μπλοκαρισμένο πολιτικό σύστημα - του Ετιέν Μπαλιμπάρ




Η επανίδρυση της Ευρώπης μπορεί να ξεκινήσει μόνο "από τα κάτω"

Γι’ άλλη μια φορά, γενικός συναγερμός! Το παλιόγαλλο-γερμανικό «ζευγάρι» κινητήρια δύναμη ή τροχοπέδη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, ανάλογα με την άποψη που έχει κανείς– βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης. Πρέπει άραγε να μιλήσουμε ωμά στους γερμανούς γείτονές μας, που εκ της θέσεώς τους είναι έτοιμοι να μετατραπούν σε αφεντικά μας, ή μήπως καλύτερα ν’ αρχίσουμε βάζοντας τάξη στα του οίκου μας, να κάνουμε συμβιβασμούς, μπας κι αποφύγουμε τα χειρότερα; Είναι προτιμότερο, νομίζω, να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στην Ευρώπη ως σύνολο, μιας και οι συνισταμένες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος θα καταρρεύσουν ή θα διασωθούν όλες μαζί ταυτόχρονα. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ωστόσο, έχει ήδη σκαλώσει στο ζήτημα του προϋπολογισμού. Και, επιπλέον, έχει απαξιωθεί στις συνειδήσεις. Αυτό δεν αίρει βέβαια την ύπαρξη ενός ενιαίου πολιτικού συστήματος, που δεν είναι ούτε εθνικό ούτε ακριβώς ομοσπονδιακό και συγκεντρώνει σωρευτικά τις αρνητικές επιπτώσεις των δύο επιπέδων, ελέγχοντας και αποφασίζοντας εφεξής για τα πάντα. Το διαπιστώσαμε παρακολουθώντας τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ιταλίακαι τη Γαλλία.
 
Λόγω μιας μη αναστρέψιμης, απ’ ό,τι φαίνεται, ακυβερνησίας, η Ιταλία πληρώνει τον λογαριασμό των χρόνων του μπερλουσκονισμού και της «άνωθεν επανάστασης», η οποία, κατ’ εντολήν των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης, έφερε στην κυβέρνηση μια ομάδα τεχνοκρατών στενά συνδεδεμένων με το διεθνές τραπεζικό σύστημα.Η χώρα προσπαθείνα ξεφύγει γλιστρώντας σταδιακά από τον κοινοβουλευτισμό προς τον προεδρισμό, αλλά η απόπειρα στερείται παντελώς λαϊκής βάσης και η επιτυχία της δεν είναι διόλου εγγυημένη. Η Γαλλία, προφυλαγμένη καθώς λέγεται από την κυβερνητική αστάθεια χάρη στους θεσμούς της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, πλήττεται με τον αντίστροφο τρόπο


Ο πρόεδρος Ολάντ, που εκλέχτηκε με την υπόσχεση να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη κοινωνική ανασφάλεια, μην μπορώντας ή μη θέλοντας να έρθει αντιμέτωπος με τον χρηματιστικό καπιταλισμό που κηδεμονεύει όλες του τις πρωτοβουλίες, έχει περιέλθει σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας. Και, καθώς η προσπάθειά του να παίξει έναν ρόλο, συνασπίζοντας τον «Νότο» ή παρασύροντας τους γερμανούς γείτονες στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας στην Αφρική ξεθύμανε στο πέρασμα του χρόνου, παλινδρομεί μεταξύ αντιδημοτικότητας και του φόβου μιας επικείμενης «τιμωρίας» των αγορών, κινδυνεύοντας να συνδυάσει και τα δύο. Ακυβερνησία από τη μια πλευρά, ακινησία από την άλλη: ιδού τι ονομάζεται κρίση του συστήματος.


Βεβαίως, αυτή η κρίση έχει κάθε φορά εθνικές ρίζες, προκύπτει όμως επίσης και από τις συνθήκες στην Ευρώπη. Κι έχει συνέπειες για όλη την Ευρώπη, που αναπόφευκτα θα επιδεινώσουν την κρίση, αν δεν βρεθεί κάποια συνολική λύση. Σήμερα, δεν έχουν προσβληθεί μόνον οι «περιφερειακές χώρες», αλλά δύο ιδρυτικά κράτη-μέλη της Ένωσης, τα πιο ισχυρά μετά τη Γερμανία. Δεδομένου ότι η εγκαθίδρυση ομοσπονδιακών θεσμών απέτυχε, αφού κανένα κράτος δεν τους επιθυμούσε, η χάραξη της πολιτικής αποφασίζεται πάντα με βάση τους συσχετισμούς ισχύος μεταξύ των χωρών. Η παραλυσία, αν όχι η διάσπαση, είναι αναπόφευκτη. Και οι λαοί που γυρίζουν πλέον την πλάτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποτελέσουν τα πρώτα θύματα.


Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τις αιτίες αυτής της κατάστασης, αν θέλουμε να σχεδιάσουμε λύσεις. Θα ήθελα να υπογραμμίσω δύο, που έχουν ζωτική σημασία. Για την πρώτη αρκεί μία λέξη: ανισότητες, καλπάζουσες ανισότητες. Πρόκειται για κοινωνικές ανισότητες, οι οποίες δεν αφήνουν ανέγγιχτη καμία χώρα (ούτε καν τη Γερμανία), αλλά κατανέμονται άνισα μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών και των κρατών. Πρόκειται επομένως, κατά κάποιον τρόπο, για μια ανισότητα μέσα στην ανισότητα, την οποία η κρίση επιδείνωσε δραματικά, επιβάλλοντας σε ορισμένες μεσογειακές χώρες μια βιαιότητα που δεν απέχει πολύ από τη βία του πολέμου. Η διάλυση της κοινωνίας αντιφάσκει ωστόσο με τους διακηρυγμένους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πιθανότερο είναι ότι τα αντιπροσωπευτικά συστήματα διακυβέρνησης δεν θα μπορέσουν να αντέξουν για πολύ την κατάσταση της κοινωνικής διάλυσης. Και είναι γελοίο να πιστεύουμε ότι μπορούμε να επανιδρύσουμε την κοινοτική πολιτική, χωρίς να πάρουμε μέτρα δημόσιας σωτηρίας.


Αυτό μας οδηγεί στη δεύτερη αιτία: την επιστροφή των εθνικισμών, από τους οποίους δεν ξεφεύγουν σήμερα ούτε οι «κυρίαρχοι» ούτε οι «κυριαρχούμενοι». Πιθανότατα, το «ευρωπαϊκό σχέδιο» είχε υποτιμήσειτη δύναμη του εθνικισμού, όχι μόνο γιατί δεν έλαβε υπόψη του τις πολιτισμικές παραμέτρους ή τα ίχνη των μεγάλων τραγωδιών του 20ού αιώνα, αλλά και επειδή η ασφάλεια και η κοινωνική αλληλεγγύη οικοδομήθηκαν εξ ολοκλήρου πάνω στην εθνική συνοχή. Παραμένει ωστόσο βέβαιο ότι η εκτροπή της Ευρώπης προς μια νομισματική ένωση, που βρίσκεται στην υπηρεσία μιας οικονομικής τάξης αμιγώς ανταγωνιστικής, εξαπέλυσε στο εσωτερικό της τον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Μέσα σ’ αυτό τον πόλεμο, οι πιο ισχυροί συντρίβουν τους πιο αδύναμους, προτού εκτεθούν και οι ίδιοι στις επιπτώσεις μιας παγκοσμιοποίησης της οποίας υπήρξαν τα πιόνια. 


Ενάντια σε τέτοιου είδους εξελίξεις δεν υπάρχει απλή λύση, καθώς είναι απαραίτητη η σύμπραξη απόψεων, εχθρικών μεταξύ τους σήμερα, όπως και η ανατροπή κατευθύνσεων που θεωρούνται ταμπού. Αυτός όμως είναι ένας επιπλέον λόγος για να θέσουμε τώρα το ζήτημα της επανίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την ανοικοδόμηση μιας άλλης Ευρώπης. Αυτόκαι ο Ούλριχ Μπεκ ορθώς το υπογραμμίζει στο τελευταίο του βιβλίο– μπορεί να προέλθει μόνο «από τα κάτω» ή από την ανεμπόδιστη ανάπτυξη της πρωτοβουλίας των πολιτών, που εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος: από τη δημόσια συζήτηση μέχρι τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση που προκαλούν οι επιπτώσεις της κρίσης. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δεν θα παρεκτραπεί η ίδια σε έναν εθνικισμό που θυματοποιεί, ότι θα αποδειχτεί ικανή να προτείνει εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες θα έχουν νόημα για την πλειοψηφία των πολιτών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα χρειαστεί, επίσης, να αναδειχτεί μια ιστορική ηγεσία και μια πολιτική πρόταση που να μπορεί να εισακουστεί από όλους, τον καθένα στο ιδίωμά του. Κάποιοι μίλησαν για ένα ευρωπαϊκό New Deal. Δεν θα το περιμένουμε, βέβαια, από την κυρία Μέρκελ…


Θα κάνω ωστόσο την υπόθεση ότι μια τέτοια πρόταση πρέπει να προέλθει από τη Γερμανία, όχι επειδή αποτελεί «το κέντρο», αλλά επειδή είναι πρωταρχικό καθήκον να πειστεί η μάζα των γερμανών πολιτών να ανταλλάξουν τα (σχετικά) οφέλη που αντλούν από την κρίση και τα (προσωρινά) πλεονεκτήματα της οικονομικής υπεροχής τους με το συλλογικό συμφέρον όλων, μακροπρόθεσμα. Για να γίνει αυτό, απαιτείται να συντρέξουν πολλές προϋποθέσεις, καθεμιά από τις οποίες είναι δύσκολη, ενώ η εκπλήρωση όλων μοιάζει απίθανη. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, όμως, θέλησα να τονίσω εδώ την αναγκαιότητά τους. 


                                                                                      του Ετιέν Μπαλιμπάρ (από εδώ)
                                                                                         μετάφραση: Χρυσάνθη Αυλάμη


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στη «Liberation», στις 2.5.2013

3/5/13

Νομοθετώντας τη φρίκη - του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου




Πέρσι το Γενάρη, απαντώντας σε ερώτηση του Αλέξη Τσίπρα στη Βουλή, ο αλήστου μνήμης Λουκάς Παπαδήμος προειδοποιούσε ότι «η κυβέρνηση δεν μπορεί να μην εξετάσει το ρόλο του μισθολογικού κόστους». Θυμάστε το ακαταμάχητο σκεπτικό: «Οι άνεργοι δεν έχουν κατώτατο μισθό, ούτε 13ο και 14ο μισθό, και πρέπει να νοιαστούμε και γι΄αυτό». Εξάλλου, όπως το έθετε ο ίδιος, «είναι προτιμότερο να υπάρχουν ανοιχτές επιχειρήσεις με λίγο χαμηλότερες αποδοχές, αντί κλειστές επιχειρήσεις και περισσότεροι άνεργοι». Σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας: από την επανεξέταση των στρεβλώσεων (sic) θα εξαιρούνταν οι χαμηλόμισθοι, σε μια εποχή που ο ελάχιστος μισθός, τουλάχιστον στα χαρτιά, βρισκόταν στα 876,62 (βλ. εδώ).

Δεκαπέντε μήνες μετά ο κ. Παπαδήμος είναι παρελθόν. Είναι απών, όμως δεν έφυγε ποτέ. Ενώ λοιπόν οι περιττοί μισθοί καταργήθηκαν, ενώ ο ελάχιστος ελαχιστοποιήθηκε περαιτέρω, κι ενώ η ανεργία αντί να πέσει εκτινάχτηκε, η διαδικασία ψήφισης του πολυνομοσχεδίου έδειξε για μια ακόμα φορά με πόση ευχέρεια μπορεί η φρίκη να επιβάλλεται ως ευαισθησία. Με μια αιφνιδιαστική τροπολογία, κερασάκι στην τούρτα της διαδικασίας-εξπρές με την οποία ο «ναός της Δημοκρατίας» ξαναέγινε υποχείριο της πλειοψηφίας, ο κατώτατος μισθός καταργήθηκε. 170 βουλευτές υπερψήφισαν, ως μέσο αντιμετώπισης της ανεργίας, την λειτουργία προγραμμάτων στην Τοπική Αυτοδικοίκηση με μισθούς 490 ευρώ, φροντίζοντας μάλιστα οι μηνιαίες απολαβές για εργαζόμενους κάτω των 25 ετών να μην ξεπερνούν τα 427 ευρώ. Μικρή λεπτομέρεια: Στους κοινωνικά ευαίσθητους εκατόν εβδομήντα, καταμετρήθηκαν υπερηφάνως και αυτοί της Δημοκρατικής Αριστεράς. Κι ας ήταν οι ίδιοι που, μόλις πριν από λίγους μήνες, είχαν αρνηθεί να ψηφίσουν τα εργασιακά του τρίτου Μνημονίου...

Χρειάζεται πολλή προσπάθεια για να αποτιμήσει κανείς με νηφαλιότητα αυτό που συνέβη το βράδυ της Κυριακής -και δεν αναφερόμαστε καν στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τη διατήρηση του χαρατσιού, την απελευθέρωση επαγγελμάτων ή την επίσπευση των απολύσεων στο Δημόσιο, με την οποία επιστρέφουν οι φρονηματικές διώξεις. Χρειάζεται τόση νηφαλιότητα, όσος αντίστοιχα είναι και ο κυνισμός με τον οποίο επιβάλλεται, ως μέσο υπέρ των ανέργων, η επιδείνωση της ζωής των εργαζομένων και η κρατική χορηγία της εργασίας τους στο αφεντικό-δουλοκτήτη. Χρειάζεται τόση νηφαλιότητα, όση και η εγκληματική ανοησία που προϋποθέτει το να θεωρείς το τσάκισμα του κατώτατου μισθού μέσο συγκράτησης της ανεργίας, στήριξης των επιχειρήσεων, αύξησης της κατανάλωσης, ώθησης της ανάπτυξης ή ενίσχυσης των εσόδων. Για να είμαι ειλικρινής, πιστεύω ότι ούτε αυτά δεν σκέφτονται. Το θέμα είναι να συνεχιστεί η κοινωνική μηχανική του Μνημονίου, μήπως και σε μισθολογικές συνθήκες Ανατολικής Ευρώπης πειστούν να έρθουν επιτέλους οι επενδυτές. Αλλά με τι θα αγοράζουν τα προϊόντα τους οι εργαζόμενοι των 427 ευρώ; Άδηλον.

Επιμένω: Θέλει πολλή προσπάθεια, και άλλο τόσο αμοραλισμό, για να εξωραϊσει κανείς τη φρίκη, όσο στενό κοινοβουλευτικό κορσέ κι αν της φόρεσε η πλειοψηφία αυτής της Βουλής. Τόσο αμοραλισμό, όσο και το να λες σε έναν άνθρωπο 25 χρονων ότι θα δουλεύει για έναν μισθό ίσο με το επίδομα ανεργίας μέχρι πρότινος. Τόσο αμοραλισμό, όσο και το να αντιμετωπίζεις την ανεργία φτιάχνοντας στρατούς ανθρώπων που αρκούνται στην επιβίωση, και που γι΄ αυτήν θα επιστρατεύσουν λυτούς και δεμένους: Δεν είναι καλύτερο από το τίποτα ένα προγραμματάκι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, έστω και για 400 τόσα ευρώ;

Το μέτρο σύγκρισης γι΄ αυτό που ψήφισε την Κυριακή το βράδυ η Βουλή, το έδωσε με ένα σχόλιο στη σελίδα του στο fb ο Βασίλης Παπαστεργίου: «Το 2008 η απεργία των εργατών γης στη Μανωλάδα είχε ως αποτέλεσμα το μεροκάματο να ανέβει στα 23,50 ευρώ τη μέρα. Τότε μιλάγαμε για "σύγχρονους σκλάβους". Σήμερα η Βουλή ψήφισε το ημερομίσθιο των 19,60 ευρώ». Άλλοι, στο ίδιο μήκος κύματος, συνέκριναν το νέο ημερομίσθιο με τα 15 ευρώ μεροκάματο που προβλέπει ο χρυσαυγίτικος ΟΑΕΔ «μόνο για Έλληνες».

Είναι δυσοίωνο, αλλά δυστυχώς περί αυτού πρόκειται: Από την Κυριακή το βράδυ, τα κόμματα της (αστικής, έστω) δημοκρατίας, απέχουν από τους νεοναζί κατά 4 ευρώ και 60 λεπτά.

                               του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου (από εδώ)


Κι ένα ακόμα ενδιαφέρον κείμενο 
που αξίζει να διαβαστεί από το RedNoteBook εδώ.

22/4/13

Οι Μανωλάδες και οι Αμυγδαλέζες του μέλλοντός μας - του Γιάννη Αλμπάνη





Στις Απαρχές του Ολοκληρωτισμού, η Χάνα Άρεντ εκτιμούσε ότι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκαν από τα ευρωπαϊκά κράτη οι απάτριδες-πρόσφυγες του Μεσοπολέμου, προοιωνιζόταν την αντιμετώπιση των Εβραίων από τους ναζί. Οι χιλιάδες αυτοί διωγμένοι από τις εστίες τους, θεωρήθηκαν  υποκείμενα χωρίς δικαιώματα ως μη πολίτες, κάτι που στην πραγματικότητα σήμαινε ότι γίνονταν αντικείμενα της εξουσιαστικής αυθαιρεσίας και του κρατικού δεσποτισμού. Από αυτή τη σκοπιά, ο διωγμός των Εβραίων θα μπορούσε να προσεγγιστεί όχι σα μια παρά φύσιν εκτροπή των πραγμάτων, αλλά σα μια παροξυμένη εκδοχή όσων συνέβαιναν προπολεμικά.

Ίσως θα μπορούσαμε να βοηθηθούμε από τη σκέψη της Άρεντ στην προσπάθεια μας να αναλύσουμε τα τελευταία συγκλονιστικά γεγονότα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη Μανωλάδα. Πολλές φορές, ακόμα και άθελα μας, προσεγγίζουμε τα ζητήματα που αφορούν τους μετανάστες και τους πρόσφυγες ως  “εξαίρεση”, ως κάτι που διαδραματίζεται “έξω” από εμάς, “έξω” από το πεδίο της άμεσης πολιτικής εμπειρίας μας. Ανεξαρτήτως της στάσης μας απέναντι τους, οι μετανάστες και ο πρόσφυγες είναι οι “άλλοι” οι “ξένοι”. Το ερώτημα που τίθεται τελικά  είναι αν οι ξένοι δεν είναι και τόσο “ξένοι” ή μάλλον για να το προσδιορίσουμε καλύτερα, αν οι συνθήκες εργασίας των μεταναστών και η αντιμετώπιση τους από τον κρατικό μηχανισμό δεν αποτελούν την εξαίρεση μέσα στο βασίλειο του κράτους δικαίου και της κοινωνικής προστασίας, αλλά συγκροτούν τον νέο κανόνα σε ό,τι αφορά τις εργασιακές σχέσεις και τις πολιτικές ελευθερίες. Το ερώτημα που τίθεται δηλαδή είναι αν οι Μανωλάδες και οι Αμυγδαλέζες συνιστούν  τα εργαστήρια όπου διαμορφώνεται το δικό μας μέλλον.

Μια προφανής αντίρρηση στον ισχυρισμό περί εργαστηρίου θα ήταν ότι έναν Έλληνα εργαζόμενο δεν θα τον πυροβολούσαν σε περίπτωση που διεκδικούσε τα δεδουλευμένα του. Ωστόσο, η Μανωλάδα δεν δημιουργήθηκε σήμερα, αλλά ήδη μετράει αρκετά χρόνια εργοδοτικής τρομοκρατίας και ρατσιστικής βίας. Εκείνο που πραγματικά άλλαξε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια είναι ότι η Μανωλάδα έπαψε να είναι η εξωφρενική εξαίρεση της αγοράς εργασίας, ένας θύλακας τριτοκοσμικής μπανανίας εντός μιας κραταιάς χώρας της ευρωζώνης. Όντως σήμερα κανέναν Έλληνα δεν θα τον πυροβολήσουν αν ζητούσε τα δεδουλευμένα του. Όταν όμως πρωτομάθαμε για τη Μανωλάδα, δεν υπήρχε Έλληνας που να μην πληρωθεί για εργασία που είχε κάνει, δεν υπήρχε Έλληνας που να δουλεύει συστηματικά ανασφάλιστος για ψίχουλα, δεν υπήρχε Έλληνας του οποίου οι συνθήκες εργασίας να ορίζονται αποκλειστικά κατά τις βουλές του εργοδότη. Σήμερα η εικόνα είναι τελείως διαφορετική. Αυτό που κάποτε ήταν συνθήκη αποκλειστικά για τους μετανάστες, πλέον αποτελεί κανόνα για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι (ίσως το μεγαλύτερο) των Ελλήνων εργαζομένων. Μάλιστα η εικόνα γίνεται ακόμα πιο ζοφερή αν λάβουμε υπ’ όψη ότι στο υπό την Cosco λιμάνι του Πειραιά ή στις υπό διαμόρφωση ειδικές οικονομικές ζώνες, θεσμοθετείται επισήμως αυτό που μέχρι τώρα θεωρούταν αυθαίρετη πρακτική της εργοδοσίας. Όντως, λοιπόν, μόνο στη Μανωλάδα πυροβολούν, αλλά ολοένα και περισσότερο μοιάζει η Μανωλάδα να είναι το πρωτοπόρο παράδειγμα που ακολουθεί  η αγορά εργασίας.

Αναλόγως μπορούμε να προσεγγίσουμε και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι αλήθεια ότι προορίζεται αποκλειστικά για τους μετανάστες αυτός ο (μη) τόπος της δικαιικής εξαίρεσης, όπου φυλακίζονται για απροσδιόριστο χρόνο άνθρωποι που δεν έχουν διαπράξει κάποιο έγκλημα και όπου καταλύεται κάθε έννοια δικαιώματος όπως τη γνωρίζαμε μέχρι τώρα. Προχτές όμως διαβάσαμε την κυβερνητική ανακοίνωση ότι ανοίγουν στρατόπεδα για τους οφειλέτες του δημοσίου. Επιπλέον, παρατηρούμε το τελευταίο διάστημα ότι οι επιχειρήσεις-σκούπα της αστυνομίας δεν στοχεύουν μόνο τους μετανάστες, αλλά επεκτείνονται, θέτοντας στο στόχαστρο τους αστέγους και τους τοξικοεξαρτημένους -είχαν προηγηθεί βέβαια προεκλογικά οι εκδιδόμενες οροθετικές. Δηλαδή, το “καθεστώς εξαίρεσης” που σιγά σιγά έγινε κανόνας για τους μετανάστες, αρχίζει να συμπεριλαμβάνει τους φτωχούς ή φτωχοποιημένους ντόπιους. Αυτό που χτες ήταν πόλεμος εναντίον των μεταναστών, τώρα εξελίσσεται σε ένα γενικευμένο πόλεμο εναντίον των φτωχών συνολικά.

Συνοψίζοντας, ισχυρίζομαι ότι η εξουσία χρησιμοποιεί τα σώματα των μεταναστών και των προσφύγων (απέναντι στους οποίους οι ντόπιοι συνήθως είναι εχθρικοί) για να εφαρμόσει πολιτικές που όχι μόνο δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στους ντόπιους, αλλά που μέχρι πριν κάποιο διάστημα θεωρούνταν αδιανόητες -ποιος θα μπορούσε να φανταστεί στρατόπεδα συγκέντρωσης στη μεταπολεμική Ευρώπη; Η εφαρμογή του αδιανόητου στον “ξένο”  δημιουργεί θεσμικό προηγούμενο, με τον καιρό το κανονικοποιεί, κι εντέλει εθίζει την κοινωνία στο να το θεωρεί φυσιολογικό. Όταν η βαρβαρότητα γίνει στοιχείο της καθημερινότητας παύει να μάς σοκάρει. Έχοντας λοιπόν αποδεχτεί το αδιανόητο για τους “άλλους”, μπορούμε πολύ εύκολα να το δεχτούμε και για εμάς τους ίδιους. Όταν σπάει το ταμπού, όλα είναι δυνατά.

Σε καμιά περίπτωση δεν θέλω βέβαια  να υποβαθμίσω τα βάσανα των μεταναστών ή να αρνηθώ ότι οι μετανάστες είναι οι πιο κολασμένοι από τους κολασμένους. Ούτε βέβαια υπαινίσσομαι (πώς θα μπορούσα άλλωστε;) ότι δεν χρειαζόμαστε ένα διακριτό κίνημα αλληλεγγύης στους μετανάστες. Η άποψη που προσπαθώ να στηρίξω  είναι ότι αν οι κρατικές πολιτικές για το μεταναστευτικό αποτελούν τις πρώτες δοκιμές μέτρων που τελικά επεκτείνονται σε όλη την κοινωνία, τότε δεν θα πρέπει να βλέπουμε στην αλληλεγγύη στους μετανάστες και τους πρόσφυγες τόσο την έκφραση των διεθνιστικών και ουμανιστικών αξιών της Αριστεράς, όσο την πρώτη γραμμή υπεράσπιση των συμφερόντων των φτωχών στο σύνολο τους. Αν οι Αμυγδαλέζες και οι Μανωλάδες είναι τα εργαστήρια του μέλλοντος μας, τότε ο αγώνας για την κατάργηση τους δεν είναι απλά πράξη συμπαράστασης προς “τα έξω”,  σε κάποιους “άλλους”. Αντιθέτως, είναι ένα αγώνας “εντός”, για εμάς τους ίδιους. Είναι ένας αγώνας για να μη βυθιστεί συνολικά η κοινωνία στον δεσποτισμό του κεφαλαίου. Υπερασπιζόμενοι τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, υπερασπιζόμαστε εντέλει τους εαυτούς μας.

                                                                                του Γιάννη Αλμπάνη (από εδώ)